Πέμπτη, Απριλίου 23


Η πλατεία είναι στο κέντρο της πόλης. 

Ίσως να είναι και το κέντρο της πόλης. Έχει πολύ κόσμο, δεν είναι ασυνήθιστο, σχεδόν πάντα έχει κόσμο. Όμως σήμερα υπάρχει κάτι διαφορετικό. Ένας νεαρός, με δυνατή φωνή που ακούγεται και από μακρυά, μιλάει...  Φωνάζει ότι έχει την ομορφότερη καρδιά σʼ όλη την περιοχή. Ήταν φυσικό το πλήθος να μαζευτεί ν' ακούσει. Όλοι θαύμαζαν την καρδιά του... Ναι, η καρδιά του ήταν τέλεια. 
Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιό όμορφη καρδιά που είχαν δεί ποτέ τους.
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. 

Ξάφνου εμφανίζεται ένας γέρος από το πουθενά. Στέκεται μπροστά στον κόσμο κι λέει: 
- “Ομως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.”
Οι ψίθυροι σταμάτησαν, μια μεγάλη σιωπή έπεσε ανάμεσα στον κόσμο, κράταγαν, λές και την ανάσα τους. 
Το παλικάρι αλλά και ο κόσμος κοίταζαν την καρδιά του γέροντα. Παλλόταν, χτυπούσε δυνατά, είναι αλήθεια, όμως ήταν χιλιομπαλωμένη, γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελλωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απʼόπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.

Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο – πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν ;
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.

-«Πλάκα μας κάνεις;», είπε. «Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα».

-«Μάλιστα», είπε ο γέροντας, «η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θʼ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου –κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε».
»Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα –ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. 
Παρʼ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γιαυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πεί πραγματική ομορφιά;»

Ο γέρος τελείωσε αυτά που είχε να πει... 
Ο νεαρός στεκόταν αμίλητος... κεραυνοβολημένος θάλεγε κανείς.
Πέρασαν δευτερόλεπτα... Τώρα η προσοχή έχει φύγει από τον γέρο. Ο κόσμος τον κοιτάζει.
Δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά του.  Είναι σιωπηλός ακόμα αλλά, με ταχύτητα σαϊτας φτάνει τον γέροντα, απλώνει το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξεσκίζει ένα κομμάτι της. 
Το κρατά στο χέρι προσφέροντάς το στο γέροντα, τα χέρια του τρέμουν. 
Ο γέρος παίρνει την προσφορά, την βάζει στην καρδιά του...  παίρνει λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και με αργές κινήσεις, πολύ προσεκτικά, την ακουμπά πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. 
Ταίριαξε...!  Οχι απόλυτα,  κάποιες άκρες έμειναν άνισες,  άγριες.

Το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πιά τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη... Τώρα στη δική του καρδιά υπήρχε και η αγάπη του γέροντα Τώρα η δική του καρδιά ήταν πλουσιότερη... 
η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.



  Utopia  

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου