Κυριακή, Νοεμβρίου 30




ΧIII                   Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
                  Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
                  Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.


                  Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
                  Και ούτε να το μάθω επιζητώ.


[…]

XΧΧ                  Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
                 Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
                 Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

                 Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται 

                 τη γνώση.
                 Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.


                 Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
                 Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
                 Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
                 Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.


ΧΧΧVI            Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
                 Και δουλεύουν τους στίχους
                 Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

                 Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
                 Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
                 Που χτίζει έναν τοίχο
                 Και βλέπει αν στέκει καλά
                 Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

                 Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
                 Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα 

                 ωραία…





                
                 Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
                 Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
                 Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
                 Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα 

                 καταλαβαίνω…
                 Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου

                 είναι
                 Στην κοινή μας θεότητα
                 Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
                 Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
                 Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
                 Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

                Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.


XL                   Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
                Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
                Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
                Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα

                λουλούδια.
                Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας
                τα φτερά
                Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση

                της πεταλούδας
               Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού 

               τη μυρωδιά.
                Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
                Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.


XLII                Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
                Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο

                όμορφος.
               Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον

                κόσμο.
                Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
                Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

                Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του


______________________________________    7-5-1914
* Το κείμενο της Ειρήνης

                    Όταν έρθει η Άνοιξη
              Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
              Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
              Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
              Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
              Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
              Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
              ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
              Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα 

              επιστρέφουν
              Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
              Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
              Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
              Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.


_______________________________________   7-11-1915


                      Ίσως αυτή να είναι
               Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
               Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
               Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
               Ήμουν χαρούμενος
               Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
            –Αυτό ήταν όλο.

___________________________________________


                      «Έχουμε όλοι δυο ζωές:
               Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
               Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
               Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
               Στο βάθος της ομίχλης
               Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
               Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
               Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
               Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.


                      Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
              Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
              Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για 
              να διαβάσεις
              Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι 
              αργότερα.
              Στην άλλη είμαστε εμείς,
              Στην άλλη ζούμε.
              Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
              Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»


   Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; 
   Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
   Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.


   Από τους Ετερώνυμους όπως αναφέρονται πλέον επίσημα τα ψευδώνυμα του Φερνάντο Πεσσόα,  Αλμπέρτο Καέιρο και Άλβαρο Ντε Κάμπος,  επτά και ένα ενδεικτικά, ποιήματα. 
   Ο Αλμπέρτο Καέϊρο, σύμφωνα με το «βιογραφικό» που του έφτιαξε ο Πεσσόα, περιγράφεται ως εξής: 

   «Ο Α. Κ. γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, αλλά πέρασε τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα αλλά ούτε και μόρφωση. Ήταν μετρίου αναστήματος και ασθενικός (πέθανε από φυματίωση). Ήταν ξανθός και γαλανομάτης. Όταν ήταν μικρός έχασε τον πατέρα και τη μητέρα του και έζησε με περιορισμένα έσοδα, κλεισμένος στο σπίτι με μια πολύ ηλικιωμένη θεία του.»

________________________________________






«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».


    Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

   «Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».






Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών


    «Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».


   Αυτά γράφει ο  Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
   Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
   Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
   Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
   Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. 
   Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

  «Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

   Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

F e r n a n d o    P e s s o a (1888-1935)


*  Το κείμενο της Ειρήνη Παραδεισανού με τίτλο ''Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών'' όπως δημοσιεύτηκε στο blog του Ποιητικού Πυρήνα 
_______________________________________________


* Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa,Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa
__________________________________________________________________________


Utopia

2 σχόλια :