Κυριακή, Φεβρουαρίου 15




...σ' ένα βενζινάδικο της “Έσσο”

   Αναχωρήσαμε εξ Αγγλίας,
   εκ της Μεγάλης Βρετανίας,
   όπως τη λένε όλοι οι άλλοι,
   κι αναρωτιόμουνα και πάλι,
   γιατί στο Μπέλφαστ μ' είπαν μπούφο,
   κι άλλοι με κοίταζαν σαν ούφο,
   όταν τους είπα είστε Εγγλέζοι
   κι άρχισε να με περιπαίζει,
   η ομήγυρης μέσα στην πάμπ....  
       
Ο Αμερικανός ο “Μπάμπ”,*                                *Bob, από το Robert
(που έτσι τον “Μπομπ” 
                      αυτοί προφέρουν)
όταν του είπα, πως δεν ξέρουν
ότι εμείς έτσι τους λέμε,
γελάμε τόσο,  όσο να κλαίμε
βγαίνοντας από την παμπ μαζί,
γιατί στο δρόμο μου εξηγεί,
πως είμασταν σε μαγαζί
φανατικών αγωνιστών,
πολλών του "Ίρα" μαχητών,
και εσυνέχισε γελών...
"εάν δεν ήταν μεθυσμένοι,
θα είμασταν τώρα δαρμένοι.."
             

    'Εμένα, όμως, η πρόθεσή μου,
      το ίδιο και η διάθεσή μου,
      είναι, για σας να γράψω,
      και να σας περιγράψω,
      την ιστορία μιας αγάπης,
      και τι μπορείς... φορές, να πάθεις


Αφήσαμε πίσω την Μάγχη,*     *English Channel, Roman Oceanus Britannicus
φορτωμένοι όλοι με άγχη
για τον άγριο καιρό,                          
που είχε στον Ατλαντικό..

Βάλαμε πλώρη για Σαβάνα*             *Savannah, Georgia
κάνοντας παν' στο χάρτη πλάνα
με τις ορθοδρομίες..                       *συντόμευση ταξιδιού με βορεινή πλεύση

"Αφήστε πάλι τις βλακείες,
για επιστημονικές πορείες",
φώναξε ο καπτα Δραγώνας..
"...εμένα μέμαθε ο Χειμώνας,
πως έξω αν βγω... "απ' τας κολώνας,
του Ηρακλέους τις στήλες"
τις εντολές, μαγκιές τσαντίλες,
των στεργιανών απ' τα γραφεία,
να αγνοώ..!  και πάω πορεία
όσο μπορώ κοντά στο νότο,
να φτάσει σώο το πλοίο στο πόρτο....


    Το κύμα κτύπαγε με κρότο
     πα' στον κυματοθραύστη
     μ'ορμή... ώσπου εθραύστη
     και μία βάρδουλα του στρίπι...*        *Βάνα εκφορτώσεως του πετρελαίου
     Μου λέει ο Μεμάς, 
                            "...τρέξε, ρε χίπη
     και σφύρα και στις πρύμες, πλώρες...
     όλοι ναρθούν... δύσκολες ώρες.

     Κάμποσα μίλια απ' τις Αζόρες,
     στο βιετσέφ* απ' άλλο πλοίο,                        *ραδιοτηλέφωνο
     μας λέγαν, "πέστε αντίο...
     σε εκλογές και βουλευτάδες.
     Με τάνκς εβγήκαν τσαμπουκάδες,
     στους δρόμους όλης της Αθήνα".
     Σημαδιακός αυτός ο μήνας
     για τη νεότερη ιστορία
     θα είν'...,   μας τόπαν κι άλλα πλοία.

     Διάχυτη η αγωνία,
     στα πρόσωπα.... μα κι η ναυτία
     ξεχάστηκε για λίγη ώρα,
     κι όλοι ανησυχούσαν τώρα
     για τους δικούς τους στην πατρίδα...

             
Μπουνάτσα πια και την παρτίδα
στη πρέφα έχασα και πάλι,
γιατί γυρνούσε στο κεφάλι,
συνέχεια η σκέψη της θλιμμένης,
της μίας" της αγαπημένης,
καθώς δεν μπόρεσε το βράδυ,
να μ' αποχαιρετήσει...

Τ' απόγευμα είχαμε μιλήσει,
με δάκρυα με είχε αυτή φιλήσει
κι είπε,  "ο κόσμος να χαλάσει
από το σπίτι θα το σκάσει...",
...για πρώτη φορά 'πε θα το πράξει...

Ώρες περίμενα τη Ρέα
την νύχτα αυτή την τελευταία
κοντά στο σπίτι, κάπου απέξω
σε βενζινάδικο της “Έσσο”...




  
    Έπαιρνε ύψος τ'α-ρ-οπλάνο..
     ...στην μνήμη μου το ίδιο πλάνο,
     τα μπλέ της  δάκρυα της αγάπης...

     Τη σκέψη τη δική μου θάχεις,
     ψιθύρισα κι η συνοδός,
     πούταν στο καθισμά μου μπρος,
     το πέρασε για κοπλιμάν....


     
Να πάρω γράμμα είπα αμάν,
να μου λυθεί η απορία
γιατί είχα αγωνία,
τι έγινε κείνο το βράδυ...

Απλά...  το είχε καταλάβει
ο γέρος της,  κι έστησε καρτέρι..
Την άρπαξε από το χέρι,
έβρισε και τη γιαγιά, τη Μαίρη,
πού πήγε να την προστατέψει...

Το γράμμα όμως μ' είχε μπερδέψει,
γιατί στο κάθε... και στο τόσο
έγραφε μπαμ και μπουμ ωστόσο    
δεν εξηγούσε το γιατί....

Λογοκρισία είχε μπει
και εγώ μετά καιρό πολύ
κατάλαβα σφαίρες βροχή
πέφταν όταν είχε γραφτεί,                       21 Απριλίου 1967
κι έγραφε συνθηματικά,
με το μυαλό της στην ΕΣΑ... 

                                 


   
     Ταξίδεψα στης γης την κάθε άκρη,
       έκανα εχθρούς που μ' είχαν άχτι,
       φίλους που μούδειξαν αγάπη...

       Ξεθώριασε πια το μπλε το δάκρυ,
       δυό χρόνια πάνε που μαχαίρι,
       σταμάτησε το αγαπημένο χέρι
       να στέλνει γράμματα λατρείας.....

           

"Αυτή 'ναι η περιοχή της Τροίας ?"
ακούω τη φωνή του μαστρ-Αντώνη
καθώς το πλοίο μας ζυγώνει
αφήνοντας τα Δαρδανέλια...

Πειραιάς.... με νεύρα νάν' κουρέλια
φούντο* στη ράδα, στη Ψυττάλεια...            *αγκυροβολήσαμε



       Γύρισα στο πλοίο χάλια..
     Την ίδια εκείνη την ημέρα
     έμαθα φορούσε βέρα.....


         
Περάσανε δεκαετίες
μετά απ' τα μπάρκα κι ιστορίες,
στης γειτονιάς της το παγκάκι
κάθομαι να ονειρευτώ λιγάκι...


Ξύπνιος ενώ 'μαι αποκοιμιέμαι,
για ώρες πια εκει... ξεχνιέμαι.


Ξεχνιέμαι και το φορεμά της
το πράσινο βλέπω φορώντας,
έρχεται κοντά ρωτώντας
γωνιά στο ζαχαροπλαστείο..

"...πες μου πως χθες ήταν αστείο
πούπες ίσως να με ξεχάσεις
όταν την Τρίτη θα πετάξεις
να βρεις στο Μπέλφαστ το καράβι
για να σε παραλάβει ! "


     Τα πεταμένα γράμματα της
       μ' αγάπης λόγια απ' την καρδιά της, 
       που 'ναι στα βάθη της θαλάσσης,
       σκισμένα, παραπονεμένα
       να διαβαστούν ξανά από μένα
       ζητάνε,    γίνανε δυνάστης ! 
       και περπατώ σαν υπνοβάτης,
       τα λόγια κείνα τα δικά της
       να θυμηθώ.... πούταν γραμμένα.
        
       Λες, σήματα στέλνουν σ' εμένα, 
       που τα εκπέμπουνε συνέχεια,
       τονίζοντας μου την απρέπεια,
       να είν' τα λόγια της αγάπης
       βαθειά στον πάτο της θαλάσσης...



Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο 
του Οδυσσέα Ηβιλάγια  No 111 /  e-mail: od.heavilayias@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga


album

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου