Παρασκευή, Μαΐου 9




Ο Σοφός του Δάσους

        Ντίνος Ταξιάρχης     

μέρος 6ο
Οι παραισθήσεις δεν είναι μόνο
μια άρρωστη κατάσταση της ψυχής...
Είναι κι ο φόβος της αλήθειας.


Με μια καταιγίδα ανασφάλειας μέσα στο κεφάλι τους οι δυο μαθητές προχώρησαν μέσα στη θεοσκότεινη νύχτα, σκυφτοί, μουδιασμένοι και σκεφτικοί:

"Θα τους δεχότανε ξανά ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα ή θα τους έδιωχνε; Πως θα δικαιολογούσαν σ' αυτόν την απρεπή συμπεριφορά τους αυτή την παρορμητικότητα που τους ξεσήκωσε τα πάθη τους, ενώ ήταν βέβαιοι ότι είχαν νεκρώσει μέσα τους. Τόσα χρόνια κοντά στο δάσκαλο και δε συνέβη τίποτα το ανάλογο και τόσο ασύλληπτο γεγονός.
Επαναστάτησε η φύση τους και τους γέννησε το πρόβλημα, Πως θα το ξεπεράσουν τώρα;"

Περνούσαν μέσα από το δάσος που χώριζε την πόλη στα δύο. Είπαν να ξεκουραστούν λιγάκι και ξάπλωσαν στο πράσινο χορτάρι. Κι ενώ είχαν πάρει έναν ελαφρύ υπνάκο, άκουγαν δυνατούς ήχους από ένα ταμπούρλο. Οι ήχοι πλησίαζαν πιο έντονο, πιο εφιαλτικά. Έκρυβαν μέσα τους κάτι το αλλόκοτο. 

Οι δυο μαθητές τρόμαξαν. Τέντωσαν τ' αυτιά τους για να προσδιορίσουν την απόσταση απ' όπου έρχονταν αυτοί οι ήχοι, που τους ένιωθαν μέσα τους βασανιστικά. Τα μάτια τους άρχισαν να ψάχνουν στο σκοτάδι, να δούνε μια σκιά, τον άνθρωπο που χτύπαγε το ταμπούρλο. Τελικά, φάνηκε ένα παιδί μ' ένα ταμπούρλο ίσαμε το μπόι του, κρεμασμένο από το λαιμό του. Ήταν δυνατόν ένα παιδί να σηκώσει ένα τέτοιο βάρος;

- "Άνθρωπος είναι αυτό το πλάσμα ή στοιχειό;"  Αναρωτήθηκαν οι δύο μαθητές.
Το παιδί τους είχε πλησιάσει πολύ, κι όταν τους είδε άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά και πιο προκλητικά το ταμπούρλο του. Φτάνοντας κοντά τους, σταμάτησε να το χτυπάει και τους χάζευε.
Οι μαθητές, όταν συνήλθαν κάπως απ' αυτό το παράξενο γεγονός, ρώτησαν το παιδί:
- Πως εσύ ένα παιδί με ένα ταμπούρλο, γυρνά μόνο του μέσα στη νύχτα; Δε φοβάσαι; Δεν έχεις πατέρα, μητέρα;
Το παιδί τους έριξε ένα αλλόκοτο βλέμμα που τους έκανε να ανατριχιάσουν.

- Ο πατέρας κι η μητέρα μου είμαι εγώ ο ίδιος...
- Πως δηλαδή, δε γεννήθηκες από μάνα και πατέρα;
Ρώτησαν οι μαθητές με μεγάλη έκπληξη και τρόμο μαζί.
Το παιδί δεν απάντησε. Χτύπησε δυο-τρεις φορές το ταμπούρλο του.
- Και γιατί χτυπάς το ταμπούρλο σου μες στη νύχτα; Η πόλη κοιμάται.
Το παιδί γέλασε σαρκαστικά κι άφησε να φανούνε από το στόμα του μακάβρια δόντια του:
- Θέλω να μην αφήνω την πόλη να κοιμάται ήσυχα, όπως εγώ...
- Εσύ, δεν κοιμάσαι;
- Ποτέ δεν κοιμάμαι, δε μ' αφήνει η πόλη...
"Το παιδί είναι τρελό ή ήρθε απ' άλλο πλανήτη;" Σκέφτηκαν οι δυο μαθητές.
- Και γιατί σε ταράζει ο ύπνος της πόλης;
- Γιατί η πόλη είναι γεμάτη ναρκωτικά κάθε είδους. Από όνειρα και ιδέες ψεύτικες. Και πρώτα-πρώτα πρέπει να πεθάνει ο δήμαρχος και οι σύμβουλοί του, με άλλα λόγια η ίδια η εξουσία...
Το παιδί άρχισε να χτυπάει δαιμονισμένα το ταμπούρλο του. Τ' αυτιά των μαθητών είχαν γίνει ένα με τον ήχο του.  Νόμιζαν πως χτυπούσαν κι αυτοί το ταμπούρλο. 
Και το παιδί ξαφνικά ούρλιαξε:
Κι ο πλούσιος, ψευτοσοφός δάσκαλος Πα-Ρα-Ρα να γίνει ένας ζητιάνος...
- Και πως ξέρεις εσύ το δάσκαλο Πα-Ρα-Ρα;
Τόλμησαν οι μαθητές να ρωτήσουν το παιδί.
- Ήμουν μαθητής του...
- Και τι σ' έμαθε να κάνεις;
- Μου αγρίεψε την ψυχή. Είδα την ανισότητα και την ανισορροπία της πόλης. Γι αυτό αποφάσισα να γίνω ο δήμιος της πόλης, χτυπώντας αυτό το θανατερό ταμπούρλο. Θα πεθάνουμε όλοι από την αϋπνία...
Και οι μαθητές απορημένοι:
- Εσύ, ένα παιδί λες αυτά τα πράγματα;
Και το παιδί απάντησε χλευαστικά:
- Ποιος θα τα πει; Ένας λεπρός ή ένας σακάτης;
Και μ' ένα φόβο μες στα μάτια τους οι μαθητές ρώτησαν το παιδί:
- Κι ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα, κι αυτός θα πεθάνει;
Το παιδί έκανε τότε ένα:
- Χα-χα-χα...
Κι άρχισε να χτυπά ρυθμικά το ταμπούρλο του και να απομακρύνεται, μέχρι που έγινε ένας μικρός κόκκος και χάθηκε. Οι ήχοι πια του ταμπούρλου δεν ανησυχούσαν την ηρεμία της νύχτας...

Προχωρούσαν πάντα με προορισμό τη "επανένωση" με το σοφό δάσκαλο... 
Όταν τον είδανε από μακρυά... επιτάχυναν το βήμα τους... και γονάτισαν φτάνοντας κοντά του. Ότι είχανε να πούνε ήταν ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους.
Ο δάσκαλος τα διάβασε και κατάλαβε.
- Τρεις μέρες είχατε να φανείτε και θα είσαστε νηστικοί. Εκείνο που έχουμε να σας προσφέρουμε είναι σταρένιο ψωμί και νερό. Σηκωθείτε, η καρδιά του ανθρώπου, πρέπει να 'ναι ανοιχτή για όλους.
Και οι δυο μετανοούντες μαθητές σηκώθηκαν χαρούμενοι κι άρχισαν να φιλούν το δάσκαλο και τους άλλους μαθητές. Τώρα ούτε που πεινούσαν, ούτε που διψούσαν. Ήταν γεμάτοι αγάπη. 
Κι ο δάσκαλος σαν επιβεβαίωση και σαν απάντηση λέει προς τους μαθητές:
Ο εαυτός μας είναι μια αυτόματη γραφή  που κανείς δε γνωρίζει να διαβάζει.  Μόνο όταν νιώθουμε πόνο ζητάμε τη βοήθεια του άλλου. Κι αυτό μας δένει. Γινόμαστε η ρίζα κι ο καρπός του δέντρου. Το τίποτα και το παν... Η ίδια η ζωή που δε μετριέται παρά μόνο κυλάει.  Είμαστε εμείς και οι άλλοι,  ζώα κι έντομα,  μια χορταριασμένη πέτρα.






Η αξία του χρήματος
είναι για αυτούς που το εκτιμάνε


Στις είκοσι του μήνα ο Πα-Ρα-Ρα έπρεπε να δώσει μια διάλεξη στον εμπορικό κόσμο της πόλης. Έκανε πολλές δοκιμές στο μυαλό του το τι θα έλεγε. Θα μιλούσε με θέμα: 

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Ήταν ένα θέμα που τον ηδόνιζε και ήθελε να μεταδώσει αυτή την ηδονή και στους άλλους. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από διψασμένους φιλοχρήματους, που περίμεναν να μάθουν κάποιο μυστικό από το δάσκαλο, που θα τους επέτρεπε να αυγατίσουν τα πλούτη τους. 
Οι περισσότεροι με την κοιλιά τους φουσκωμένη από την καλοφαγία και με ένα συνεχές ρέψιμο, που προσπαθούσαν να το κάνουν όσο μπορούσαν αθόρυβο για να μην χαλάσουν την ομιλία.
Ο ομιλητής  σοφός δάσκαλος της τάξης τους ο Πα-Ρα-Ρα, αφού ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι που είχε δίπλα του, όρθωσε το κορμί του για να ρίξει τη σκιά του βάρους του στο ακροατήριο και να το αιχμαλωτίσει... Τελικά άρχισε:

- Αγαπητοί μου φίλοι. Όλοι μας ξέρουμε ότι το χρήμα είναι το μέγιστο κινητό μέσο της ζωής μας. Πετάει και τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο κάθε δρόμος, το κάθε μονοπάτι, οδηγεί σ' αυτό. Είναι η μεγαλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου, μερίσματος στα μάτια των αφελών...
Εδώ χαχανίζει. Χαχανίζει και το ακροατήριο. Έπειτα συνέχισε:
- ... Το χρήμα είναι ευαίσθητο μόνο για τον εαυτό του. Όποιος το έχει κρατάει μια φωτιά που παίρνει απεριόριστες διαστάσεις καταστροφής ή δημιουργίας... Να το προσέξετε αυτό  γιατί όποιος έχει τη φωτιά μαζί του κινδυνεύει κι αυτός να καεί. Ακόμα το χρήμα είναι το φάρμακο του προδότη, χωρίς αυτό είναι ένας νεκρός. Και υπάρχουν ένα σωρό προδότες, διαφόρων ειδών και ειδικοτήτων. Και ειδικά μέσα στη βιομηχανία μας, που μας ενδιαφέρει περισσότερο.
Τότε όλοι άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους με καχυποψία... Ποιοι ήσαν οι προδότες ανάμεσά τους;
Το ακροατήριο αποτελούνταν από βιομηχάνους και εμπόρους και τα τσιράκια τους, που ήταν και δεν ήταν πιστά στα αφεντικά του. Ο Πα-Ρα-Ρα παρατήρησε αυτή την ανησυχία που έσπειρε στο ακροατήριο.
- Ησυχάστε, δεν είναι ανάγκη να ψάχνεστε, αυτό θα το αποδείξει ο χρόνος όταν σκάσει η μεγάλη βόμβα.
Το ακροατήριο κάπως ηρέμησε. κι ο Πα-Ρα-Ρα απήγγειλε:


Το χρήμα είναι διάβολος  ή ο θεός ο ίδιος...  Κανείς δεν ξέρει να μας πει.  Μα αν δεν υπάρχει διάβολος γιατί να μην είναι ο ίδιος ο θεός...  Το χρήμα είναι ωκεανός  με πλοία που βουλιάζουν...  Το χρήμα είναι αγαθό το μέγιστο που έχει δώσει...  Χωρίς αυτό ούτε ψύλλος  δε σε κάνει να ξυστείς...
Το ακροατήριο γελάει και χειροκροτεί. Κάποιος στην αίθουσα από τη συγκίνησή του έπαθε ανακοπή καρδιάς. 
Το ακροατήριο ταράχτηκε, μόνο ο Πα-Ρα-Ρα έμεινε ατάραχος και είπε:
- Βλέπετε πόσο ωφέλιμο είναι για τους κληρονόμους; Το χρήμα, αγαπητοί μου φίλοι, βρίσκεται πέρα από το θάνατο και μέσα στη ζωή.

Είχε ξεραθεί ο λαιμός του κι ο Πα-Ρα-Ρα ήπιε όλο το περιεχόμενο του ποτηριού για να δροσιστεί. Έπειτα έφερε ένα τέλος στην ομιλία του μ' αυτά τα λόγια: 

- Έτερον δεν έχω να σας είπω. Εσείς, φίλοι μου, ξέρετε να κάνετε τη δουλειά σας. Είστε φαγητό σπεσιαλιτέ...
Κι εκείνοι κολακευμένοι χειροκρότησαν, με το στομάχι τους που έβγαζε παρατεταμένα ρεψίματα.
Όλοι φύγανε από τη διάλεξη του Πα-Ρα-Ρα ευχαριστημένοι και προβληματισμένοι. 





Και η φήμη είναι νέκταρ   
του καλού και του κακού;

Και η φήμη του δασκάλου Χα-Χα-Χα, σαν καράβι μ' απλωμένα πανιά ταξίδευε με ούριο άνεμο. Πάντα όπου κι αν πήγαινε, του ετοίμαζαν ζεστές γωνιές να ξαποστάσει. Και με λαιμαργία άκουγαν τα σοφά του λόγια για τη ζωή και για το θάνατο. 
Για την αγάπη και την ταπεινοφροσύνη. Για το έχειν και το μη έχειν... 
Για των πραγμάτων το μυστήριο. 
Για το ποτάμι που τρέχει και γυρίζει πίσω... όταν η καρδιά είναι καθαρή. 
Για το θαύμα που είναι μέσα μας κι ανθίζει, όταν εμείς βαδίζουμε μαζί του... 
Και προπάντων για τη σιωπή που μιλάει τη γλώσσα της γαλήνης.



Ότι και να κάνει κανείς
πάντα θα υπάρχει το απροσδιόριστο.

Ο καιρός πέρναγε... Η φήμη του δάσκαλου είχε γίνει πια ανησυχητική για τον δάσκαλο Πα-Ρα-Ρα...  Δεν μπορούσε να υποφέρει μπόι ψηλότερο από το δικό του.... Σκεφτόταν... Σκεφτόταν... Σε λίγο είχε καταστρώσει κιόλας σχέδιο....
  
Θα έστελνε τρεις μαθητές του, ειδικευμένα μούτρα για τέτοιες δουλειές. Θα υποκριθούν πως έφυγαν από αυτόν γιατί δεν τους άρεσε η διδασκαλία του. Θα του πουν πως θαυμάζουν τη δική του και θα ήθελαν πολύ να γίνουν μαθητές του. Θα τους  έπαιρνε  στα σίγουρα, για να ανταποδώσει το σοκ που πήρε όταν ήρθε  στο δείπνο. 
Όσο σοφός κι αν γίνεται ο άνθρωπος ο εγωισμός του παραμένει. Έτσι λοιπόν οι μαθητές κάποια κάποια στιγμή θα του πετάξουν τη φλόγα... Θα τον ρωτήσουνε:
- Σοφέ μας δάσκαλε, υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός;
Κι εκείνος σίγουρα θα απαντήσει:
- Ο Θεός είναι μια ανθρώπινη επινόηση, μια κατασκευή...
Και στο άκουσμα αυτό τον τυλίγουνε σε μια κόλλα χαρτί...

Την άλλη μέρα κιόλας, ο Πα-Ρα-Ρα, κάλεσε τους τρεις μαθητές του και τους ανέθεσε να εκτελέσουν το σχέδιο που είχε συλλάβει. Αυτοί δέχτηκαν αφού τους καλοπλήρωσε προκαταβολικά.
- Δεν σας επιτρέπω αποτυχία. Γιατί αυτό σημαίνει δάσκαλος χωρίς μαθητές και μαθητές χωρίς δάσκαλο. Και η ζωή για σας δίχως μέλλον... Καταλάβατε νομίζω;...
Κι οι μαθητές κατάλαβαν ότι η αλληλοεξάρτηση είναι αναγκαίο καλό ή κακό.
Οι μαθητές του Πα-Ρα-Ρα ξεκίνησαν για το "μεγάλο τους έργο". Στην πόλη όμως έμαθαν ότι ο Χα-Χα-Χα και οι μαθητές του είχαν φύγει για ένα χωριό, που απείχε τρεις ώρες με τα πόδια. Έπρεπε να περπατήσουν γιατί δε βρήκαν ούτε άλογα για να νοικιάσουν. Ορεινό το χωριό γεμάτο κατσάβραχα και κρημνώδη μονοπάτια. Υπήρχαν που και που κάτι δέντρα για να σπάνε τη μονοτονία του τοπίου. 

Τρεις ώρες υπολόγιζαν, που μπορούσαν να γίνουν και πέντε, γιατί δεν ήξεραν δρόμους και δρομάκια και θα πήγαιναν ρωτώντας εδώ κι εκεί. Άσε που υπήρχε κίνδυνος και να χαθούνε. Μα τι να κάνουν. Είχαν πληρωθεί γενναία από το δάσκαλο τους και για να μην χάσουν την εύνοιά του, που σημάδευε το μέλλον τους, έπρεπε να κάνουν τ' αδύνατα δυνατά.
 Μια ώρα περπάτησαν ανηφόρες, κατηφόρες, κι ένιωσαν κουρασμένοι. Μπροστά και πίσω βράχια και θάμνοι που τα φλόγιζε ο ήλιος. Είπαν να ξεκουραστούν για λίγο. Είχαν βρει κι ένα σκιερό δέντρο κι ακούμπησαν τα κεφάλια τους. Για πότε τους πήρε ο ύπνος, ούτε οι ίδιοι δεν το κατάλαβαν, βυθίστηκαν λες σε λήθαργο... Ξύπνησαν σε μια εφιαλτική νύχτα. Κοίταζαν γύρω τους το σκοτάδι και δεν το πίστευαν. Κι άκουγαν ουρλιαχτά. Ο φόβος άρχισε να τους σφίγγει το λαιμό και κόντευε να τους πνίξει.

Έμειναν στο σκοτάδι, χωρίς ένα βήμα μπρος, χωρίς ένα βήμα πίσω. Θα περίμεναν το ξημέρωμα, ξάγρυπνοι και φοβισμένοι και θα έπαιρναν την τελική τους απόφαση αν συνέχιζαν το δρόμο τους. Όταν ξημέρωσε, ξεκίνησαν για το στόχο τους...

Μετά από ώρες ταλαιπωρίας βρήκαν το χωριό, μα ο δάσκαλος Χα-Χα-Χα και οι μαθητές του είχαν φύγει. Που είχαν πάει; Κανείς δεν ήξερε να τους πει....
Στο δρόμο σκέφτηκαν να μην γυρίσουν πίσω και να εξαφανιστούν. Δεν θα ήταν εύκολο ν' αντιμετωπίσουν την οργή του δασκάλου Πα-Ρα-Ρα.
Χρήματα τους είχε δώσει αρκετά. Μισή ζωή θα ζούσαν άνετα. Ας τον αφήσουμε να τους γυρεύει... Η γη θα τους καταπιεί... Ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει...  Παιδιά του είναι και του μοιάζουν...!

Όποιος ζητάει την αλήθεια,
πρέπει να γνωρίζει
την αόριστη απάντηση...

Ένας μαθητής ρώτησε το δάσκαλο Χα-Χα-Χα:
- Τι είναι, δάσκαλε, δυστυχία;
Κι ο σοφός δάσκαλος απάντησε:
- Μάθαμε να ονομάζουμε τα πράγματα με διάφορα ονόματα, όπως τραπέζι, καρέκλα, δυστυχία...  Κι αν δε με λέγανε Χα-Χα-Χα, δε θα ήμουνα αυτός που είμαι;
Έτσι όλα τα πράγματα είναι αυτά που είναι και δε χρειάζονται εξήγηση...



Ο παράλυτος δεν είναι παράλυτος
όταν περπατά με ξένα πόδια.

Ξαφνικά ακούστηκε φασαρία. Ένα τσούρμο άνθρωποι έφερναν ένα γέρο παράλυτο σηκωτό στα χέρια τους. Όταν έφτασαν κοντά στο δάσκαλο τον άφησαν κάτω στα πόδια του και είπαν:
- Αυτός ο γέρος είναι παράλυτος και θέλει να περπατήσει.  να ξαναγίνει νέος και να ζήσει τη ζωή του που δεν έζησε. Γι αυτό σοφέ μας δάσκαλε, ήρθαμε σε σένα, μήπως και μπορέσεις να κάνεις αυτό το θαύμα...
Ο δάσκαλος Χα-Χα-Χα τους κοίταξε με απορία;
- Εσείς που ζήσατε νέοι και γεράσατε τι καταλάβατε;
- Δεν ξέρουμε... απάντησαν.
- Μα αφού δεν ξέρετε, είναι σαν να μην ζήσατε. Το ίδιο θα ένιωθε κι ο παράλυτος σας. Τώρα, για κοιτάξτε ψηλά. Βλέπετε τον ουρανό;
Εκείνοι κοίταξαν ψηλά και είπαν:
- Το βλέπουμε.
- Εδώ,δίπλα σας, αυτό το χρωματιστό λουλούδι;
- Το βλέπουμε.
- ο παράλυτος σας το βλέπει;
- Το βλέπει.
- Ακούτε αυτό το πουλί που κελαηδεί;
- Τ' ακούμε.
- Τ' ακούει ο παράλυτος σας;
- Τ' ακούει.
- Ως τώρα βαδίζετε πλάι-πλάι;
Οι άνθρωποι συμφώνησαν. Ο δάσκαλος συνέχισε:
- Όταν κάθεστε σ' ένα κάθισμα ή είσαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι σας περπατάτε;
- Όχι ... απάντησαν.
- Είστε λοιπόν παράλυτοι... Ξέρετε ότι στα τρία τέταρτα της ζωής μας όλοι μας είμαστε παράλυτοι, όταν καθόμαστε σ' ένα κάθισμα ή είμαστε ξαπλωμένοι; Ένα τέταρτο παραπάνω από σας κι από μας είναι ο παράλυτος σας. Αυτή είναι η διαφορά. 
Οι άνθρωποι κούνησαν τα κεφάλια τους σαν να κατάλαβαν.
- Πάρτε λοιπόν τον παράλυτο στα χέρια σας όπως τον φέρατε και περπατάτε. Θα νιώσει κι αυτός πως περπατάει με τα δικά του πόδια. Κι αν θα γινόταν πάλι νέος, για να ζήσει όσα δεν έζησε, θα μπορούσε να ζήσει και χειρότερα. να ήταν σακάτης και τυφλός.
Και οι άνθρωποι, σαν υπνωτισμένοι, ακολούθησαν τη συμβουλή του σοφού δάσκαλου. Πήραν τον παράλυτο στα χέρια τους κι έφυγαν...
Τότε ο δάσκαλος είπε στους μαθητές του:
- Όταν το βάρος πέφτει σε όλους μας, όλοι νιώθουμε το ίδιο.



Η χαρά είναι
ένα σχέδιο ψυχής.

Μια πορεία που άρχισε είναι δύσκολο να σταματήσει. Μέσα της ζεις γεγονότα που δεν έχεις ζήσει. Βλέπεις εικόνες που δεν έχεις ξαναδεί. Βλέπεις τον ουρανό και το βουνό κοντά-κοντά, λες και το ένα αγγίζει το άλλο... Τη φύση με τα πολλά άγνωστα πρόσωπα, και τα παράξενα αρώματα.... Να μένεις πάντα νέος και δροσερός...
- Σοφέ δάσκαλε, τι σημαίνει χαρά;
Ο σοφός δάσκαλος δεν απάντησε... Έκανε μια βόλτα γύρω από κάτι ανθισμένα δέντρα, ανέπνευσε βαθιά, και γύρισε στους μαθητές του....
Οι μαθητές κατάλαβαν, ακόμα και η χαρά χρειάζεται γνώση για να τη νιώσεις... 



Τίποτα δεν είναι παντοτεινό
όταν ζει και πεθαίνει.

Ένας καθρέφτης είναι το σύμπαν, που όλο μεγαλώνει σε βάθος. Το πρόσωπο σου δεν μπορείς να το δεις να καθρεφτίζεται, γιατί η τρομακτική απόσταση το μηδενίζει. Δεν βλέπεις παρά μόνο φως και σκότος. Άυλες φιγούρες να χορεύουν. Και κύκλους- κύκλους, όπως ρίχνεις ένα βότσαλο στη λίμνη και ταράζεις την επιφάνεια της. Και μέσα σε κάθε κύκλο μια ζωή, αγέραστη και αιώνια. 

Όμως δεν είσαι εσύ, ούτε εγώ, μα όλοι μαζί αλυσίδα, κρίκο-κρίκο. Πάνω από μας όμοιοί μας άγνωστοι, που ούτε μπορούμε να τους δούμε, ούτε μπορούνε να μας δούνε. Μεγαλώνουμε όμως τα χέρια μας, μεγαλώνουν και τα δικά τους ίσαμε που μια απροσδιόριστη φωτεινή στιγμή φτάσει και δώσουμε τα χέρια σε μια ζεστή χειραψία.

Η πορεία, χωρίς προορισμό, ξανάρχισε, ήταν μια τσιγγάνικη έκφραση ζωής μα και μια βαθύτερη φιλοσοφία. Η ζωή είναι πλούτος αμέτρητος. Γι αυτό κι ένας μαθητής ρώτησε το δάσκαλο:
- Τι είναι ζωή;
Κι αυτός αποκρίθηκε:
- Ό,τι δεν είναι ο θάνατος...
 Και τότε ρώτησε ένας άλλος μαθητής:
- Και τι είναι θάνατος;
- Ό,τι δεν είναι ζωή...

Η γνώση είναι περιπλανώμενη μέσα στο χρόνο. Έχει φτερά για να πετάει και βαρύτητα για να πέφτει...
Όλοι γυρεύουν κάποια σύνορα για να περάσουν... πέρα από τη γνώση τους, σε κάτι άλλο, που ότι και νάναι θα το δεχτούνε... Γυρεύουν στη γεύση μιας νέας περιπέτειας ή το τέλος της αρχής; 

Ρωτήσανε οι μαθητές το σοφό δάσκαλο αν υπάρχει αρχή και τέλος...
- Αρχή και τέλος είναι η φαντασία του ανθρώπου που τα έπλασε. Τα πράγματα μεταβάλλονται συνέχεια και δεν μπορείς να πεις από που αρχίζουν και που τελειώνουν... γιατί μέσα στο παλιό υπάρχει το καινούριο, και μέσα στο καινούριο το πιο καινούριο... Μέχρις ότου όλη αυτή η ιστορία χάνεται στο άπειρο, που δεν είναι μηδέν... και ένα...
Οι μαθητές κατάλαβαν... Το χάος παίρνει μορφές που χάνονται, ξαναγεννιούνται για να ξαναχαθούν...


Ντίνος Ταξιάρχης,
σπαράγματα από το "Ο Σοφός του Δάσους" Εκδόσεις Δρομεύς

_______________________________________________________τέλος 6ου μέρους


Η ζωή για τον άνθρωπο δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα επιβίωσης, αλλά και μια εσωτερική αγωνία. Αναζητά απαντήσεις σε πολλά υπαρξιακά ερωτήματα.

Ο συγγραφέας ερευνά το μυστήριο της ζωής μέσα από το διαλογισμό, ενώ ταυτόχρονα τονίζει και καυτηριάζει τους απατηλούς νοητικούς καθρέφτες... Οι ήρωές του, θέτουν ερωτήματα και δίνουν απαντήσεις κοινωνικού και φιλοσοφικού περιεχομένου.
Κεντρικός ήρωας είναι, ο σοφός δάσκαλος ο Χα-Χα-Χα. Το όνομά του είναι ένα επιφώνημα και παίρνει τη σημασία του ανάλογα με τον τονισμό του.
Το άλλο πρόσωπο του έργου -κάτι σαν αντίποδας του σοφού δάσκαλου- είναι ο πλούσιος σοφός Πα-Ρα-Ρα, που σημαίνει άνθρωπος του παρά. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους είναι σφοδρές, δραματικές.
___________________

Ο Ντίνος Ταξιάρχης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε δραματική τέχνη στη σχολή Εθνικού θεάτρου.Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Ρουμάνικα, Σλοβένικα. Έχει εκδόσει 36 βιβλία, Ποίηση πεζογραφία, θέατρο. Είναι ιδρυτής του θεάτρου του ενός. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο για το μυθιστόρημα του, "Ένας παράξενος άνθρωπος" , καθώς και το βραβείο θεατρικών συγγραφέων για τη θεατρική του δράση στο εξωτερικό. Ασκεί κριτική  βιβλίου και θεάτρου. Είναι μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου.

Perasma blog

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου