Πέμπτη, Απριλίου 24




Ο Σοφός του Δάσους

        Ντίνος Ταξιάρχης 
    
              μέρος 1ο
Ήταν ένας σοφός με το όνομα Χα- Χα-Χα... Ήταν ένας δάσκαλος. Ζούσε χρόνια σ' ένα δάσος. Σ' αυτό το δάσος. Ήρθε από το χτες που είναι και το σήμερα. Ήταν το δέντρο και το δάσος μαζί. Μιλούσε με το ένα δέντρο αλλά και με τα πολλά. ΄Έτσι μέσα του ένιωθε την αρμονία. Σπούδασε τη φύση μέσα στη σιωπή. Και η σιωπή μιλούσε μέσα του και του εξηγούσε...

Απροσδιόριστη εποχή, ρούχα απέριττα, κι ένα ραβδί στο χέρι. Η σοφία δεν έχει ηλικία... είναι αυτή που είναι. Το ίδιο κι ο σοφός δάσκαλος του δάσους Χα-Χα-Χα. Περνούσε από εποχή σε εποχή, από πριν και μετά τα ζώα και τον άνθρωπο, και πιο βαθιά, εκεί που ακούγοντας μόνο μια παράξενη μουσική που έρχονταν από τη φωτεινή ενέργεια...

Ερημίτης και οδοιπόρος αργότερα, έμαθε ότι τα πράγματα είναι απλά και πολύπλοκα. Ότι η ομορφιά και η ασχήμια, δεν είναι κάτι ξεχωριστό, πως είναι οι μόνο εικόνες ψευδαίσθησης που γερνάνε και χάνονται μες το χρόνο. Κι όταν ωρίμασε νόμιζε πως θα μπορούσε ν' αποκτήσει μαθητές και να διδάξει...

Είχε μέσα του γεγονότα λαμπερά, που έζησε ανάμεσα στο φως και σε σκιές, σε αμφιβολίες και βεβαιώσεις... Κι ο λόγος από μέσα του άρχισε να κυλάει σαν ρυάκι δροσερό. Στην αρχή τον άκουγε μονάχα ο ίδιος, Ήταν τότε που δίδασκε μονάχα τον εαυτό του... απ' ότι πήρε από τη φύση. Έπρεπε να επαναλάβει, να συνηθίσει, αλλά πάντα είχε στο νου του, πως είναι ένα με τη φύση και πρέπει να τη συμβουλεύεται συχνά για να μαθαίνει περισσότερα... Ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα, κάθε φορά που ένιωθε μέσα του κάτι το σημαντικό, αναφωνούσε το όνομά του: Χα-Χα-Χα.

Δεν ήταν εγωιστικό παραλήρημα μιας ικανοποίησης όπως κάποτε είχε πιστέψει κι ο ίδιος, αλλά μια έξοδος αναπνοής που κλείστηκε μέσα του. Κι αυτό το αναφώνημα το χρησιμοποιούσε αργότερα με διάφορες σημασίες...

Ο σοφός δάσκαλος έβλεπε ψηλά και χαμηλά, δεξιά κι αριστερά, ίσια και πίσω. Είχε μια περιστρεφόμενη όραση. Δηλαδή μια όραση που δεν έπεφτε σ' ένα μονάχο σημείο. Η σοφία του δεν ήταν αποσπασματική αλλά συμπαντική. Όλο και ρούφαγε την ουσία της φύσης, όπως ένα μικρό παιδί ρουφάει το μητρικό γάλα.
Κάποια στιγμή βρέθηκε κι ένας μαθητής. Ήθελε να δοθεί μες στη σοφία του όπως μια ερωτευμένη γυναίκα σ' έναν άντρα.
Ο δάσκαλος τον κοίταξε και τον άκουσε χωρίς να πει τίποτα και τράβηξε το δρόμο του. Μα αυτός ακολουθούσε πίσω του σαν πιστό σκυλί. Ο δάσκαλος ένιωθε τη ζεστή αναπνοή του πίσω του, που είχε ξεκολλήσει από μέσα του και γύρευε σαν ζεστός αέρας να του αφήσει κάποιο μήνυμα... 

Ο δάσκαλος κατάλαβε ότι αυτό το μήνυμα δεν ήταν απλά λόγια, μα μια κατάσταση ψυχής που είχε χάσει το δρόμο της. Κοντοστάθηκε, σχεδόν δεν έκανε ούτε ένα βήμα πια και περίμενε τον υποψήφιο μαθητή να πλησιάσει. Κι όταν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο, κι ο δάσκαλος διάβασε μέσα του την αθωότητα, του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. 
Κι εκείνος βουβός και χαρούμενος ακολούθησε το δάσκαλο, γιατί μάθαινε τη σοφία του σε κάθε του βήμα που ήταν ενέργεια μάθησης.
- Ποιός νομίζεις πως είσαι; Τον ρώτησε ο δάσκαλος.
- Ένα τίποτα. Απάντησε σεμνά ο μαθητής.
- Εκεί θα μείνεις για να μελετήσεις...
Ο μαθητής απόρησε:
- Στο τίποτα δάσκαλε;
Το τίποτα δεν είναι τίποτα. Είναι το άδειο που ψάχνουμε όλοι μας. Γιατί αν γεμίσουμε το τίποτα με όνειρα και ψευδαισθήσεις θα χάσουμε ότι πολύτιμο έχουμε, τον εαυτό μας.
Ο μαθητής σιώπησε, προσπαθούσε να καταλάβει.
- Μην προσπαθείς να καταλάβεις.  Αυτό θα έρθει μόνο του σε ώρα σιωπής. Ότι πιέζεται πάει ψηλά και χάνεται. Ο θησαυρός υπάρχει μέσα μας. Μεσ' απ' το σκοτάδι θα βρεις το φως...
Κι ο σοφός δάσκαλος  Χα-Χα-Χα έκανε ένα:
- Χα-Χα-Χα.
Κι ο μαθητής επανέλαβε:
- Χα-Χα-Χα...

Περπατούσαν στο άδειο του στοχασμού απροσδιόριστο χρόνο. Τι είδαν και τι δεν είδαν, δεν το έκαναν γνωστό ο ένας στον άλλον. Ίσως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνουν διάλογο, αλλά ο πιο σωστός και γοητευτικός διάλογος είναι εκείνος που κάνει κανείς με τον εαυτό του...
Όμως ο μαθητής είχε ανάγκη από ομιλία, ήθελε διάλογο. γιατί δεν ήταν εύκολο πράγμα, ένας απλός μαθητής να μάθει μέσα από τον εαυτό του. Χρειάζονταν μακριά πορεία, κι αυτός μόλις σχεδόν είχε γεννηθεί... Μόλις περπατούσε στα δυο του πόδια, χωρίς να ξέρει που βαδίζει και γιατί βαδίζει...
Ρώτησε λοιπόν το δάσκαλο:
- Πού βρίσκεται το φως δάσκαλε;

Ο δάσκαλος έκλεισε τη γροθιά του.
Κι ο μαθητής που δεν κατάλαβε τη σημασία της κίνησης του δάσκαλου, ξαναρώτησε;
- Πού βρίσκεται το φως δάσκαλε;
Ο δάσκαλος άνοιξε τη γροθιά του χωρίς ν' απαντήσει.
Κι ο μαθητής κούνησε ουδέτερα το κεφάλι του, χωρίς να επιμείνει περισσότερο.
Η νύχτα πέρασε μέσα τους κι αυτοί αποκοιμήθηκαν με μισοσβησμένες λέξεις, κρεμασμένες από τα χείλη τους.
Κι όταν ξημέρωσε, αφού έφαγαν τη λιτή τροφή τους και ήπιαν κρύο νερό από την πηγή, πήραν πάλι το δρόμο τους.
Πήγαιναν έτσι στην τύχη, χωρίς σκοπό κι αναζήτηση, εκεί που το απρόοπτο έχει σημασία.
Κάποια στιγμή ο δάσκαλος σταμάτησε και με το ραβδί του χτύπησε μια πέτρα. Ο μαθητής προσπάθησε να μαντέψει το γιατί. Ο δάσκαλος ξαναχτύπησε την πέτρα... 
Ο μαθητής πήρε αυθόρμητα από το δάσκαλο το ραβδί και χτύπησε κι αυτός την πέτρα. 
Ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα έκανε ένα:
- Χα-χα-χα.
Κι ο μαθητής είπε:
Η ζωή βρίσκεται σ' αυτή την πέτρα.
Ο σοφός δάσκαλος έκανε πάλι ένα:
- Χα-χα-χα.
Και τίποτε άλλο δε σάλεψε. Όλα κλειδώθηκαν σε μια σιωπή.
Κι όταν πάλι ξεκίνησαν συνάντησαν στο δρόμο τους σφοδρό αγέρα.
Ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα έμεινε ακίνητος σαν ριζωμένος. Ο μαθητής αιωρούμενος.
- Αέρας είναι, δεν είσαι φύλλο...
Του είπε ο δάσκαλος. 
Κι ο μαθητής απάντησε:
- Δεν είμαι φύλλο, είμαι αέρας...
Τότε τα πρόσωπά τους άλλαξαν σώμα.
Ποιος ο μαθητής; Ποιος ο δάσκαλος;

Αυτό όμως ήταν μια αστραπή που έσβησε, ήταν η επιθυμία του μαθητή να γίνει δάσκαλος.
Μα οι στιγμές άλλαξαν γρήγορα και αντίστροφα, κι έτσι ο καθένας τους πήρε την αρχική του θέση... Ο δάσκαλος ήταν ο δάσκαλος κι ο μαθητής ο μαθητής.
Ο ουρανός ξαφνικά μαύρισε μέσα κι έξω απ' αυτούς. Η βροχή ήταν μια βροχή προειδοποίηση, μα και μια βροχή φυσική.
Κανείς δεν τα βάζει με τη φύση, Είναι ο πατέρας, η μητέρα, ο φίλος, ο εχθρός... κι η βροχή έπεφτε, μούσκευε το χώμα, έδινε ζωή και θάνατο. Κι ο δάσκαλος κι ο μαθητής ανάμεσα, ταξίδευαν πέρα από τα όνειρά τους.
Και ξαφνικά ο δάσκαλος έκραξε κραυγή πουλιού.
- Πέρα από τα όνειρα υπάρχει ταραγμένη σιωπή. Κι ο μαθητής άκουσε αυτή τη ταραγμένη κραυγή και τρόμαξε.
Ο δάσκαλος τον χτύπησε με το ραβδί του για να συνέλθει.
- Πέρα από το φόβο δεν υπάρχει φόβος... του είπε.

Κι ο μαθητής ηρέμησε μες στο φόβο του.
Τότε ο δάσκαλος ξάπλωσε μες τα νερά. Ακολούθησε ο μαθητής.
Έγιναν πλεούμενα μες στη ροή του νερού. Συνάντησαν δροσιά, πετούμενα, ομιλίες αδιάβαστες, μια ζωή κάτω από το νερό, που είχε τα ίδια μάτια να βλέπει και τα ίδια αυτιά ν' ακούει.

Κι έπειτα να, βγήκαν στην ξηρά, σαν φύλλα ανάερα, και κάθισαν μαλακά, εκεί που η άμμος έπαιζε το παιχνίδι με του κόκκους της.
Κι ο δάσκαλος έκανε ένα:  χα-χα-χα. Κι ο μαθητής επανέλαβε το ίδιο.
Περπάτησαν και είδαν μακριά μια φωτισμένη πόλη. Ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα σήκωσε το ραβδί του στο πρόσωπο του μαθητή κι έσβησε το φως της πόλης απ' τη θωριά του.
Ο μαθητής πήγε να ρωτήσει γιατί;...
Ο δάσκαλος διάβασε την ερώτησε στα χείλη του κι απάντησε:
Μέσ' απ' το σκοτάδι θα βρεις το φως...
Ο μαθητής κατάλαβε.
Αυτό το φως ήταν το σκοτάδι.
Ο σοφός δάσκαλος Χα-Χα-Χα έκανε ένα: 
- Χα-χα-χα.
Αυτό είχε μια σημασία που έπιασε ο μαθητής.
- Χωρίς σκοτάδι δεν υπάρχει φως.

Περπατούσαν συνέχεια, σάμπως η κούραση να μην υπήρχε. Στο δρόμο συνάντησαν ανθρώπους που τους δώσανε τροφή. Αγαπούσανε τους σοφούς και τους άγιους κι ήθελαν να μάθουν απ' αυτούς το παιχνίδι της ζωής. Όταν η ζωή είναι ένα παιχνίδι όλα παίζονται...  Όμως η απόλυτη σιωπή είναι κι αυτή που έχει όλες τις λύσεις του παιχνιδιού. 
Όταν βγήκαν από την πόλη, ο μαθητής ρώτησε το δάσκαλο:
- Που πάμε τώρα;
Ο δάσκαλος έδειξε τον ορίζοντα κι έκανε ένα: χα-χα-χα.
Κι ο μαθητής τον μιμήθηκε:
-Χα-χα-χα.
Ήταν το νόημα του άδειου...

Ο δάσκαλος κι ο μαθητής περπατούσαν και πίσω τους ακολουθούσαν οι πιστοί... ο ένας πίσω από τον άλλον, μια λεωφόρος...
Ο δάσκαλος πάντα μπροστά κι αυτοί πίσω άκουγαν λόγια, που ο άνεμος τους έδινε τη σημασία του: "ξέρω-δεν ξέρω"...
Κάποια στιγμή ο δάσκαλος έστρεψε προς αυτούς και τους είπε:
- Όλα υπάρχουν μέσα σας. Μην ψάχνετε. Όλα θ' ανθίσουν την άνοιξη. Και η μοναξιά ανθίζει την άνοιξη, όταν η καρδιά είναι καθαρή...
Ο δάσκαλος δεν είπε τίποτε άλλο κι άρχισε ν' ανεβαίνει στην κορφή του βουνού με βήμα σημειωτόν...
Αν έφτανε δε θα υπήρχε κορφή...
Γι αυτό είπε στο πλήθος που τον ακολουθούσε:
- Αν φτάσουμε στην κορφή, θα τα μάθουμε όλα. Τότε η ζωή δε θ' αξίζει... γυρίστε λοιπόν πίσω στα σπίτια σας για να μάθετε την υπομονή... 
Όλοι τότε γύρισαν προς τα πίσω. Και τα βήματα τους λειτούργησαν την ελπίδα. Την ελπίδα να φτάνεις και να μη φτάνεις.

Ο χρόνος περνούσε μέσα από σπασμένες εικόνες. Ο δάσκαλος κι ο μαθητής τον είχαν προσπεράσει... Τι σημασία έχει ο χρόνος... Αυτοί ζούνε σταγόνα-σταγόνα τα δικά τους γεγονότα και τα γεύονται...
Τώρα ο δάσκαλος κι ο μαθητής είχαν βυθιστεί στο όραμα...που ήταν μια μικρή τελεία και προσπαθούσε να μεγαλώσει...
- Ας την αφήσουμε όπως είναι, είπε ο δάσκαλος. Ούτε να μεγαλώσει, ούτε να μικρύνει... Μόνη της θα σκεφτεί τι θα κάνει...
Κι ο μαθητής ρώτησε:
- Γιατί μοιάζει με φανάρι που κινείται;
- Είναι γιατί τρέχει και κυνηγά το φόνο...
Κι ο μαθητής απόρησε:
- Γιατί το όραμα να κυνηγά το φόνο;
- Γιατί είναι ο θάνατος της ζωής.
Κι ο σοφός δάσκαλος έκανε ένα: χα-χα-χα.
Το ίδιο κι ο μαθητής. 


Κι όταν το νερό κυλάει

κανένας δε μιλάει
Ήταν μια ωφέλιμη σιωπή που θα έφερνε καρπούς. Είναι η δυστυχία που δεν έρχεται σ' επαφή μαζί σου και σε προσπερνάει... Είναι η ευτυχία που βρίσκει την ελευθερία της, όταν σκορπίζεται στο αέρα... Είναι οι άνθρωποι που απλώνουν μια αγκαλιά ουρανό για να δεχτούν αυτό που δεν ξέρουν. 
Έτσι μια μέρα ο ένας μαθητής έγιναν δύο.
Κι ο δάσκαλος είπε στον εαυτό του:
- "Τώρα έχω να σηκώσω δύο βάρη, και πρέπει να προσέχω μη γείρει η ζυγαριά στο ένα βάρος και χαθεί ότι έχω μάθει ως τώρα"...
Περπάτησαν ανάμεσα σε βουνά και σε λαγκάδια. Ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Και οι μαθητές του πρόσεξαν πως δεν πειράχτηκαν ούτε από το καλό, ούτε από το κακό... Ρώτησαν το δάσκαλο πως είναι δυνατόν να περάσουν ανέγγιχτοι απ' αυτά τα δύο τέρατα...
Κι ο δάσκαλος απάντησε:
- Η απόσταση είναι η ίδια... Και γέλασε:
- Χα-χα-χα...
Και γέλασαν και οι μαθητές:
- Χα-χα-χα...
Το καλό και το κακό ήταν ένα δικέφαλο πλάσμα.



Πιο κάτω συνάντησαν έναν ανήσυχο στρατηγό. Ρώτησε: "πώς θα μπορούσε να νικήσει τον εχθρό του". 
- Να βγάλεις τη στρατιωτική στολή σου, απάντησε ο δάσκαλος.
- Μα τότε θα είμαι ένα μηδέν...
Έτρεμε σύγκορμα ο στρατηγός σ' αυτή του τη φράση.
- Αυτό το μηδέν είναι η νίκη σου...
Κι όταν απομακρύνθηκαν είδαν το στρατηγό να βγάζει τη στολή του. Περίμενε τώρα το μηδέν να του φέρει τη νίκη...
Μα όσα μηδενικά να προσθέσεις στο μηδέν, πάντα μηδέν θα 'ναι, κι ο στρατηγός ήταν κι αυτός ένα μηδέν... Θα γλύτωνε μια για πάντα από τη δόξα, που έχει πολλά εφιαλτικά γυρίσματα. Ποιός ξέρει αν κατάλαβε, αν άκουσε αυτή τη φωνή, κι αν είδε πως το ξένο αίμα ρέει και στις δικές του φλέβες. 




Κι όταν η φύση νιώθει γαλήνια, 

νιώθουν κι οι άνθρωποι το ίδιο

Δάσκαλος και μαθητές το ένιωσαν, άφησαν τα πράγματα τις ψυχής τους να τακτοποιηθούν  μόνα τους, κι ο ελαφρός ύπνος τους πήρε κάτω από τα δέντρα, που μπορούσαν να'ναι και σκληρές πέτρες. Δεν είχε καμιά σημασία. γιατί το σώμα τους ήταν ουδέτερο σε κάθε επαφή.
Και η συνομιλία με τη φύση ήταν ένα συνεχές περπάτημα εδώ κι εκεί, όπου το μάτι βλέπει ν' απλώνεται.

Οι μαθητές, κάποια στιγμή, έκαναν στο δάσκαλο μια απροσδόκητη ερώτηση, μα που ήταν μες στη φύση των πραγμάτων. Ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος.
Τι είναι ο έρωτας δάσκαλε;
Είπαν με μια φωνή και οι δυο μαθητές μαζί, σαν να είχαν συνεννοηθεί. Μα όχι, ήταν κάτι το αυθόρμητο που ήρθε από μέσα τους.
Ο σοφός δάσκαλος τότε χτύπησε με τα δυό του χέρια παλαμάκια:
Τακ-τακ-τακ...
- Αυτός είναι... είπε.
Οι μαθητές τον μιμήθηκαν και χτύπησαν κι αυτοί παλαμάκια.
Τακ-τακ-τακ...
Και είπαν:
- Αυτός είναι...

Ένας παλμός... μια ουσία... μια συγκίνηση... Το ένα που γίνεται δύο, ο πολλαπλασιασμός...



Ντίνος Ταξιάρχης,
σπαράγματα από το "Ο Σοφός του Δάσους" Εκδόσεις Δρομεύς
_______________________________________________________τέλος 1ου μέρους


Η ζωή για τον άνθρωπο δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα επιβίωσης, αλλά και μια εσωτερική αγωνία. Αναζητά απαντήσεις σε πολλά υπαρξιακά ερωτήματα.

Ο συγγραφέας ερευνά το μυστήριο της ζωής μέσα από το διαλογισμό, ενώ ταυτόχρονα τονίζει και καυτηριάζει τους απατηλούς νοητικούς καθρέφτες... Οι ήρωές του, θέτουν ερωτήματα και δίνουν απαντήσεις κοινωνικού και φιλοσοφικού περιεχομένου.
Κεντρικός ήρωας είναι, ο σοφός δάσκαλος ο Χα-Χα-Χα. Το όνομά του είναι ένα επιφώνημα και παίρνει τη σημασία του ανάλογα με τον τονισμό του.
Το άλλο πρόσωπο του έργου -κάτι σαν αντίποδας του σοφού δάσκαλου- είναι ο πλούσιος σοφός Πα-Ρα-Ρα, που σημαίνει άνθρωπος του παρά. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους είναι σφοδρές, δραματικές.
___________________

* Ο Ντίνος Ταξιάρχης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε δραματική τέχνη στη σχολή Εθνικού θεάτρου.Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Ρουμάνικα, Σλοβένικα. Έχει εκδόσει 36 βιβλία, Ποίηση πεζογραφία, θέατρο. Είναι ιδρυτής του θεάτρου του ενός. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο για το μυθιστόρημα του, "Ένας παράξενος άνθρωπος" , καθώς και το βραβείο θεατρικών συγγραφέων για τη θεατρική του δράση στο εξωτερικό. Ασκεί κριτική  βιβλίου και θεάτρου. Είναι μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου.

perasma blog

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου