Κυριακή, Αυγούστου 14



«Προχωρούμε!..» φώναξε ο μηχανικός όταν στις ακόμα στρωμένες σιδηροδρομικές ράγες έφτασε το δεύτερο τρένο γεμάτο ανθρώπους, κάρβουνο, εργαλεία και τρόφιμα. 

Τα λιβάδια λαμπύριζαν στο κίτρινο ηλιόφως, σαν μέσα σε γαλάζια ομίχλη υψωνόταν στον ορίζοντα η ψηλή δασωμένη οροσειρά. Άγρια σκυλιά και έκπληκτα αγριοβούβαλα παρακολουθούσαν την πυρετώδικη δουλειά και το πηγαινέλα στην ερημιά, και το πως στην πράσινη εξοχή γεννιούνταν κηλίδες από κάρβουνο και από στάχτη, από χαρτί και από λαμαρίνα. 
Το πρώτο ροκάνι αντήχησε στριγκό στην τρομαγμένη εξοχή, η πρώτη τουφεκιά καραμπίνας αντιβούιζε στο βουνό, το πρώτο αμόνι ακούστηκε με καθάριο ήχο κάτω από τα γρήγορα χτυπήματα του σφυριού, ένα σπίτι από λαμαρίνα γεννήθηκε, την άλλη μέρα ένα από ξύλο και άλλα και άλλα, και καθημερινά καινούρια και σε λίγο και σπίτια πέτρινα. 
Τα άγρια σκυλιά και οι αγριοβούβαλοι έμειναν μακριά, η περιοχή έγινε ήμερη και εύφορη, την πρώτη κιόλας άνοιξη ξεφύτρωσαν οι πεδιάδες γεμάτες καρπούς, υποστατικά και στάβλοι˙ και φτυάρια δούλεψαν δραστήρια και δρόμοι χαράχτηκαν στον αλλοτινό ερημότοπο. 

Ο σιδηροδρομικός σταθμός τελείωσε και εγκαινιάστηκε, και επίσης τέλειωσαν το κυβερνητικό κτίριο και η τράπεζα και κάμποσες μόλις κατά μήνες νεότερες αδερφές-πόλεις γεννήθηκαν στη γύρω περιοχή. Ήρθαν εργάτες απ' όλο τον κόσμο, χωρικοί και αστοί, ήρθαν έμποροι και δικηγόροι, ιεροκήρυκες και δάσκαλοι, ιδρύθηκε ένα σχολείο, δημιουργήθηκαν τρεις θρησκευτικές κοινότητες, εκδόθηκαν δυο εφημερίδες. 
Στα δυτικά βρέθηκαν πετρελαιοπηγές, ήρθε μεγαλύτερη ευημερία στη νεαρή πόλη. Δεν πέρασε καλά-καλά ένας χρόνος και εμφανίστηκαν πορτοφολάδες, μαστροποί, διαρρήκτες, ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα, ένας αντιαλκοολικός σύλλογος, ένας παρισινός ράφτης, μια βαυαρέζικη μπιραρία. Ο ανταγωνισμός των διπλανών πόλεων επιτάχυνε το ρυθμό. Τίποτα δεν έλειπε πια, από τους προεκλογικούς λόγους μέχρι την απεργία, από το κινηματοθέατρο μέχρι το σύλλογο πνευματιστών. 

Μπορούσε να βρει κανείς στην πόλη γαλλικό κρασί, νορβηγικές ρέγκες, ιταλικά σαλάμια, αγγλικά υφάσματα, ρώσικο χαβιάρι. Ήρθαν τραγουδιστές, χορευτές και μουσικοί δεύτερης κατηγορίας σε περιοδείες στον τόπο. Και ήρθε σιγά-σιγά και η κουλτούρα. 
Η πόλη, που στην αρχή δεν ήταν παρά ένας καταυλισμός, άρχισε να γίνεται πατρίδα. Δημιουργήθηκε εδώ ένας τρόπος αμοιβαίου χαιρετισμού, ένα είδος υποκλίσεων στις συναντήσεις που ξεχώριζε εύκολα από τους τρόπους που επικρατούσαν σε άλλες πόλεις. 

Άνθρωποι που είχαν πάρει μέρος στην ίδρυση της πόλης απολάμβαναν κύρους και δημοτικότητας, δημιουργήθηκε απ' αυτούς μια μικρή αριστοκρατία. Μια καινούρια γενιά μεγάλωσε που η πόλη της φαινόταν ήδη σαν μια παλιά, σχεδόν αιωνόβια πατρίδα. Ο καιρός που είχε ακουστεί εδώ η πρώτη σφυριά, που είχε γίνει ο πρώτος φόνος, που είχε τελεστεί η πρώτη θεία λειτουργία, που είχε τυπωθεί η πρώτη εφημερίδα, βρισκόταν μακριά πίσω στο παρελθόν, ανήκε ήδη στην ιστορία. 
 Η πόλη είχε γίνει κυρίαρχη των γειτονικών πόλεων και είχε εξελιχτεί σε πρωτεύουσα της περιοχής. Στους φαρδείς, χαρωπούς δρόμους, όπου άλλοτε βρίσκονταν δίπλα σε σωρούς από στάχτη και σε νερολακκούβες οι πρώτες ξύλινες και λαμαρινένιες παράγκες, υψώνονταν τώρα επιβλητικά δημόσια κτίρια και τράπεζες, θέατρα και εκκλησίες. Φοιτητές τραβούσαν με νωχελικό βήμα για το πανεπιστήμιο και τη βιβλιοθήκη, ασθενοφόρα κυλούσαν προς τις κλινικές, το αμάξι κάποιου βουλευτή γινόταν αντιληπτό και χαιρετιόταν, σε είκοσι επιβλητικά σχολικά κτίρια από πέτρα και σίδερο γιορταζόταν κάθε χρόνο με τραγούδια και πανηγυρικούς λόγους η επέτειος της ίδρυσης της ένδοξης πόλης. 

Η αλλοτινά έρημη εξοχή ήταν τώρα διάσπαρτη με καλλιεργημένα χωράφια, με εργοστάσια, με χωριά και διασχίζονταν από είκοσι σιδηροδρομικές γραμμές. Το βουνό ήταν τώρα πιο κοντινό κι έφτανε κανείς με ένα εναέριο σιδηρόδρομο μέχρι την καρδιά του. Εκεί, στο βουνό, ή πέρα μακριά δίπλα στη θάλασσα, είχαν οι πλούσιοι τα καλοκαιρινά τους σπίτια. Εκατό χρόνια μετά την ίδρυση της ένας σεισμός γκρέμισε την πόλη. Χτίστηκε από την αρχή και όλα τα άλλοτε ξύλινα έγιναν τώρα από πέτρα, όλα τα μικρά χτίστηκαν μεγάλα, όλα τα στενά έγιναν απλόχωρα. Ο σιδηροδρομικός σταθμός έγινε ο μεγαλύτερος της χώρας, το Χρηματιστήριο ήταν τώρα το μεγαλύτερο ολόκληρης της ηπείρου, αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες στόλισαν την ξαναγεννημένη πόλη με δημόσια κτίρια, σιντριβάνια, μνημεία. 

Στη διάρκεια αυτού του νέου αιώνα η πόλη απέκτησε τη φήμη της πιο όμορφης και πιο πλούσιας πόλης της χώρας και της πιο αξιοθέατης. Πολιτικοί και αρχιτέκτονες, τεχνικοί και δήμαρχοι από ξένες πόλεις έρχονταν για να μελετήσουν τα κτίρια, την αποχέτευση, το διοικητικό σύστημα και όλα τα σχετικά της φημισμένης πόλης. Αυτήν την εποχή άρχισε το χτίσιμο του καινούριου δημαρχείου, ενός από τα πιο μεγάλα και τα πιο λαμπρά κτίρια του κόσμου. Και επειδή αυτή η εποχή του αρχόμενου πλούτου και της ζηλευτής εξέλιξης της πόλης συνταυτίστηκε με την ανάπτυξη του γενικού καλού γούστου, ιδιαίτερα στην οικοδομική και στη γλυπτική, η γοργά αναπτυσσόμενη πόλη έγινε ένα τολμηρό και θαυμαστό υπόδειγμα πόλης θαυμάτων. Το κέντρο της, που όλα ανεξαίρετα τα κτίσματά του ήταν από πολύτιμη, ανοιχτόγκριζη πέτρα, περιβαλλόταν από μια πλατιά πράσινη ζώνη από πάρκα και από τις δυο πλευρές του κύκλου απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, πέρα, μέχρι την εξοχή, δρόμοι και σπίτια. 

Πολλούς επισκέπτες είχε και πολύ θαυμαζόταν ένα τεράστιο μουσείο που στις εκατό αίθουσές του, στους διαδρόμους του και στα προαύλια του απεικονιζόταν η ιστορία της πόλης από τον καιρό της ίδρυσης της μέχρι την τελευταία εξέλιξη της. Το πρώτο, τεράστιο προαύλιο της όλης εγκατάστασης παρίστανε την αλλοτινή πρωτόγονη έκταση, με πολύ περιποιημένα φυτά και ζώα και με ακριβή μοντέλα των προηγούμενων άθλιων οικισμών, των ιστιοδρομιών και των υποτυπωδών εγκαταστάσεων. 

Εκεί σουλατσάριζε η νεολαία της πόλης και παρατηρούσε την πορεία της ιστορίας της, από τις σκηνές και τις παράγκες, από το πρώτο ανώμαλο μονοπάτι με σιδηροτροχιές μέχρι τους τωρινούς λαμπρούς δρόμους της μεγαλούπολης. 
Οδηγημένοι από τους δασκάλους τους μάθαιναν οι νέοι τους υπέροχους νόμους της εξέλιξης και της προόδου, το πως από το ακατέργαστο γεννήθηκε το λεπτοδουλεμένο, από το ζώο ο άνθρωπος, από το άγριο το εκπαιδευμένο, από την ανέχεια η υπεραφθονία, από την άγρια φύση ο πολιτισμός. 
Στον επόμενο αιώνα η πόλη έφτασε στον Κολοφώνα της λαμπρότητάς της, μέχρι που μια αιματηρή επανάσταση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων την έβαλε για στόχο. 

Ο όχλος άρχισε τη δράση του με το να βάλει φωτιά στις μεγάλες εγκαταστάσεις των πετρελαιοπηγών, έτσι που ένα μεγάλο μέρος του τόπου, με εργοστάσια, υποστατικά και χωριά, εν μέρει κάηκε και εν μέρει ερημώθηκε. Και η ίδια η πόλη έζησε κάθε λογής βιαιότητες και αγριότητες, όμως κατόρθωσε να μείνει όρθια και στις επόμενες δεκαετίες σιγά-σιγά συνήλθε, χωρίς όμως να ξαναβρεί την αλλοτινή ζωντάνια της και δημιουργικότητα. 
Ήταν στην άσχημη για την πόλη εποχή που μια μακρινή χώρα πέρα από τις θάλασσες άνθισε ξαφνικά προσφέροντας σιτάρι και σίδηρο, ασήμι και άλλους θησαυρούς από το ανεξάντλητο έδαφος της. 
Η καινούρια χώρα συγκέντρωσε τις δυνάμεις και τις επιθυμίες του παλιού κόσμου σ' αυτήν, πόλεις ξεφύτρωναν και άνθιζαν σ' αυτή τη γη μέσα σε μια νύχτα, δάση εξαφανίζονταν, υδατοπτώσεις δαμάζονταν. 

 Η ωραία παλιά πόλη άρχισε σιγά-σιγά να φτωχαίνει. Δεν ήταν πια καρδιά και εγκέφαλος ενός κόσμου, δεν ήταν πια αγορά και χρηματιστήριο πολλών χωρών. 
Έπρεπε να είναι ευχαριστημένη που κρατιόταν ακόμα στη ζωή και που δεν είχε σβηστεί ολότελα μέσα στο θόρυβο των καινούριων καιρών. 
Οι εργατικές δυνάμεις που περίσσευαν τώρα αν δεν τραβούσαν για το μακρινό νέο κόσμο δεν είχαν τίποτα πια να οικοδομήσουν στην πόλη, τίποτα να κατακτήσουν κι ελάχιστα πια να εμπορευτούν και να κερδίσουν λεφτά. 
Αντί γι' αυτά βλάστησε στο πολιτιστικό έδαφος της πόλης που γέρασε μια πνευματική ζωή. Λόγιοι και καλλιτέχνες, ζωγράφοι και ποιητές, οι απόγονοι εκείνων που κάποτε είχαν οικοδομήσει στο τότε παρθένο έδαφος τα πρώτα σπίτια, περνούσαν χαμογελαστοί τις ημέρες τους με ήρεμη, όψιμη άνθηση πνευματικών απολαύσεων, ζωγράφιζαν το μελαγχολικό μεγαλείο χορταριασμένων κήπων με παλιά αγάλματα και πράσινα νερά και τραγουδούσαν με τρυφερούς στίχους το μακρινό απόηχο της παλιάς ηρωικής εποχής ή τα σιωπηλά όνειρα κουρασμένων ανθρώπων σε παλιά μέγαρα. 
Με αυτή την πολιτιστική άνθηση ακούστηκε το όνομα και η δόξα αυτής της πόλης ακόμα για μια φορά στον κόσμο. Μπορεί πόλεμοι να συγκλόνιζαν τους λαούς και μεγάλα τεχνικά έργα να τους απασχολούσαν, εδώ όλοι απολάμβαναν την ειρήνη και τη λάμψη των παλιών καιρών: ήσυχοι δρόμοι στεφανωμένοι με ανθισμένα κλαδιά δέντρων, προσόψεις επιβλητικών κτιρίων με τα χνάρια του χρόνου επάνω τους να υψώνονται ονειροπόλα επάνω από αθόρυβες πλατείες, απαλά χορταριασμένα σιντριβάνια με τη σιγανή μουσική των παιχνιδιάρικων νερών. 
Για κάμποσους αιώνες η παλιά πόλη του ονείρου ήταν ένας τιμημένος και αγαπημένος τόπος για το νεότερο κόσμο, ένας τόπος που εξυμνούσαν οι ποιητές και που επισκέπτονταν οι ερωτευμένοι. 

Ωστόσο, η ζωή της ανθρωπότητας τραβούσε όλο και πιο πολύ προς άλλες ηπείρους. Και στην ίδια την πόλη οι απόγονοι των παλιών ντόπιων οικογενειών άρχισαν ν' ανοίγουν πανιά γι' αλλού. Και η τελευταία πνευματική άνθηση της πόλης είχε προ πολλού πάρει τέλος. 
Δεν απόμεινε παρά ένας σαπισμένος ζωικός ιστός. Οι μικρότερες γειτονικές πόλεις είχαν εξαφανιστεί από πολύ καιρό, δεν ήταν πια παρά σωροί από ερείπια που μερικές φορές τα επισκέπτονταν τουρίστες και ζωγράφοι και άλλοτε πάλι κατέφευγαν σ' αυτά τσιγγάνοι και καταζητούμενοι εγκληματίες. Ύστερα από ένα σεισμό, που ωστόσο φείστηκε της πόλης, η ροή του ποταμού άλλαξε και ένα μέρος της υπαίθρου μεταβλήθηκε σε βαλτότοπο ενώ ένα άλλο σε άνυδρη γη. 

Και από το βουνό, όπου τα απομεινάρια πανάρχαιων πέτρινων γεφυριών και εξοχικών σπιτιών κείτονταν μισογκρεμισμένα, κατέβηκε σιγά-σιγά κάτω το δάσος, το παλιό δάσος. Είδε την απέραντη περιοχή ν' απλώνεται έρημη και κομμάτι με το κομμάτι την έκλεισε σιγά-σιγά μέσα στον πράσινο κύκλο του. Γέμιζε εδώ ένα βάλτο με πενιχρή πρασινάδα, εκεί ένα πετρότοπο με νεαρά βελονοφόρα δεντράκια. 

Στην πόλη δεν έμεινε κανένας από τους πολίτες της πια. Μοναχά ένα ανθρωπομάζωμα, άγριο, πρωτόγονο πλήθος, που κούρνιασε στα μισογερμένα αλλοτινά μέγαρα και που έβοσκε τις ισχνές κατσίκες του στους αλλοτινούς λαμπρούς κήπους και δρόμους. Όμως κι αυτός ο τελευταίος πληθυσμός της πόλης πέθανε σιγά-σιγά μέσα σε αρρώστιες και αποβλάκωση, χτυπημένος από τον πυρετό που δημιουργούσαν οι γύρω βαλτότοποι και από την εγκατάλειψη. 
Το απομεινάρι του παλιού δημαρχείου, που κάποτε ήταν το καμάρι της πόλης, εξακολουθούσε να στέκεται πανύψηλο και επιβλητικό και να εξυμνείται σε τραγούδια σε όλες τις γλώσσες και να είναι ο πυρήνας θρύλων των γειτονικών λαών που κι εκείνων οι πόλεις είχαν από πολύ καιρό παρακμάσει και η κουλτούρα τους είχε φθαρεί. 

Σε ιστορίες για παιδιά και σε μελαγχολικά τραγούδια βοσκών παρουσιάζονταν, παραμορφωμένα και φαντασματικά, ακόμα τα ονόματα της πόλης και του αλλοτινού μεγαλείου της και λόγιοι από μακρινούς λαούς που βρίσκονταν τώρα στην ακμή τους έρχονταν κατά καιρούς σε επικίνδυνα εξερευνητικά ταξίδια στις ερειπωμένες πόλεις που για τα μυστικά τους συζητούσε ζωηρά ο μαθητόκοσμος μακρινών χωρών. 
Λεγόταν ότι υπήρχαν εκεί πύλες από ατόφιο χρυσάφι και μνημεία κατάφορτα με πολύτιμους λίθους και ότι οι νομαδικές φυλές της περιοχής διατηρούσαν τουλάχιστον από χίλια χρόνια απομεινάρια από την τέχνη της μαγείας που ξεκινούσε από μυθικούς χρόνους. 

Το δάσος όμως εξακολούθησε να κατεβαίνει από τα βουνά στην πεδιάδα, λίμνες και ποτάμια γεννιούνταν και χάνονταν πάλι και το δάσος όλο και προχωρούσε και σιγά-σιγά σκέπασε όλον τον τόπο, τα απομεινάρια από τα παλιά τείχη των δρόμων, από τα μέγαρα, από τους ναούς, από τα μουσεία. 

Και τώρα αλεπούδες και κουνάβια, λύκοι και αρκούδες κατοικούσαν στον ερημωμένο τόπο.
«Προχωρούμε!» φώναξε ένας δρυοκολάπτης καθώς σφυροκοπούσε τον κορμό ενός δέντρου. 
Κοίταξε ευχαριστημένος το δάσος που όλο και μεγάλωνε και χαιρόταν το υπέροχο προχώρημά του πάνω στα χώματα.
____________________________________________________________________
Έρμαν Έσσε, από το ''Αναγνωστικό''. 
Η μετάφραση είναι της Μαρίας Χατζηγιάννη, 
από τις εκδόσεις Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ.


  Ουτοπία  

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου