Πέμπτη, Μαΐου 14


«Η Τέχνη είναι το οξυγόνο της κοινωνίας. Στη δική μου περίπτωση δεν μπορούσα να δω τη δημιουργία κλεισμένη μέσα σ' ένα ατελιέ αλλά σε συνάρτηση με την ίδια τη ζωή, τον φόβο, την επιθυμία, το σώμα».
Μοναδική. 
Γεννημένη στο Βελιγράδι στις 30 Νοεμβρίου 1946, έγινε παγκοσμίως γνωστή για τις παραστάσεις της, που ερευνούν τη σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού.
Σκοπός της η απελευθέρωση και των δύο πλευρών. Δεν δίστασε ποτέ κατά τη διάρκεια των παραστάσεών της να εκτεθεί, χωρίς όρια, σε κινδύνους, προκειμένου να πετύχει την ανίχνευση των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης.


Τριγυρνώντας με ένα ταξί στους δρόμους της Αθήνας. Μέσα στο ταξί μαζί μου, ένας μύθος της Τέχνης... Συνεπιβάτης: Μαρίνα Αμπράμοβιτς              
                                                                                         μια συνέντευξη της Αμπράμοβιτς στον Θανάση Λάλα 

Ξεκίνησε την καριέρα της τη δεκαετία του '70 και έγινε γνωστή στον κόσμο χρησιμοποιώντας το σώμα της σαν εργαλείο. Χτένισε κάποτε επί ώρες το κεφάλι της μέχρι που αραίωσαν τα μαλλιά της, χάραξε με ξυράφι στην κοιλιά της το αστέρι-σύμβολο της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας, ξάπλωσε γυμνή πάνω σε πάγο. 

Ο Κώστας Τσόκλης μου έχει πει κάποτε, πως όταν είδε την Αμπράμοβιτς να στέκει πάνω σε έναν λόφο από ματωμένα κόκαλα και να τα καθαρίζει ένα ένα, ένιωσε την ανάγκη να γονατίσει και να φιλήσει τη γη που φιλοξενούσε αυτή την ιδιοφυΐα.

    Κόρη παρτιζάνων

Κόρη εθνικών ηρώων της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Οι γονείς της ανήκαν στη γενιά της νέας κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν παρτιζάνοι του Τίτο, πολέμησαν τον φασισμό και έχτισαν τα θεμέλια μιας κοινωνίας που βασίστηκε στο σύνθημα «Αδελφότητα και Ενότητα».

Η Αμπράμοβιτς σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βελιγραδίου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ζάγκρεμπ. 
Οταν σπούδαζε, ένας καθηγητής της είπε ότι δεν έχει ό,τι χρειάζεται για να γίνει καλλιτέχνις. Κι εκείνη πλάνταξε στο κλάμα που δεν ήταν άντρας. Τώρα παίρνει την εκδίκησή της. Το '71 παντρεύτηκε τον Σέρβο καλλιτέχνη Νέσα Παρίποβιτς και χώρισε το 1976. 

Μετά από αυτό εγκαταστάθηκε στο Αμστερνταμ, όπου γνώρισε τον Ουλάι, με τον οποίο συνεργάστηκαν για περίπου μία δεκαετία σχηματίζοντας ένα καλλιτεχνικό δίδυμο, όπου άνδρας και γυναίκα είναι δύο κοσμικά όντα τα οποία ενωμένα δημιουργούν ένα «ερμαφρόδιτο εγώ», συμπεριφερόμενοι ως «ένα σώμα με δύο κεφάλια». 

Το ζευγάρι έγινε γνωστό για την προσπάθειά του να χαρτογραφήσει τα όρια της αγάπης και της συμβίωσης μέσω της ζωντανής αναπαράστασης, προσπαθώντας παράλληλα να τοποθετήσει την περφόρμανς ως τέχνη ισάξια με τις υπόλοιπες. Στις παραστάσεις τους, μελετούσαν ακραίες καταστάσεις και τις σχέσεις των σωμάτων τους με τον χώρο.

Για μένα η συνάντηση μαζί της ήταν ένα όνειρο χρόνων. Με αυτήν τη γυναίκα ήξερα ότι είχα πολλά να πω αν κάποτε στεκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο. Η υπεύθυνη του Hilton, πάντα διαθέσιμη, προετοίμασε μια εξαιρετική φιλοξενία, αλλά τελικά το ασφυκτικά φορτωμένο πρόγραμμά της μας ανάγκασε να μιλήσουμε για 50 λεπτά της ώρας, μέσα στο ταξί που τη μετέφερε από το ξενοδοχείο στη «Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών».


Θ.Λ. Στις περφόρμανς είσαστε παραγωγός ζωής ή παραγωγός Τέχνης; Είναι άλλο η ζωή κι άλλο η Τέχνη;

Μ.Α. Τίποτα από τα δύο ξεχωριστά. Και τα δύο μαζί με κάτι ακόμα. Ο στόχος μου, στο έργο μου, ειδικά αυτή την περίοδο, είναι να είμαι «παρούσα στον παρόντα χρόνο». Δεχόμενη ως αξίωμα ότι ο παρών χρόνος υπάρχει, προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τον χρόνο, αποδεχόμενη τη ζώη και την Τέχνη ως ένα ενιαίο πράγμα. Για μένα, ο διαχωρισμός που διατυπώνετε στο ερώτημά σας δεν υπάρχει. Για μένα, ό,τι κάνω είναι ζωή και ό,τι ζω είναι Τέχνη.


Με την πολύ στενή της φίλη Lady Gaga. 
Η διάσημη τραγουδίστρια παραδέχεται ότι η Μαρίνα Αμπράμοβιτς τη βοήθησε να κόψει τα ναρκωτικά.

Θ.Λ. Το σώμα είναι εργαλείο της Τέχνης σας;

Μ.Α. Οχι μόνο το σώμα μου, και το μυαλό μου εξίσου. Σε άλλες τέχνες, οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν πολύ διαφορετικά εργαλεία. Για τον ζωγράφο, εργαλείο είναι ο καμβάς, τα πινέλα και πολλά άλλα πράγματα... 
Για τον αγγειοπλάστη, τον μουσικό, τον τραγουδιστή... ο καθένας έχει τα εργαλεία του. 
Στη δική μου περίπτωση, στην Τέχνη μου, το σώμα είναι εργαλείο και το μυαλό μου ακόμα περισσότερο. Είναι πολύ σημαντική η πνευματική μου κατάσταση, για να κάνω αυτό που κάνω.

Θ.Λ. Τι είναι για εσάς Τέχνη;

Μ.Α. (Σκέφτεται) ... Για εμένα, η Τέχνη είναι η επιλογή μου. Για την κοινωνία, η Τέχνη είναι οξυγόνο. Αυτό είναι η Τέχνη... Οξυγόνο. 
Όπως χρειαζόμαστε τον αέρα που αναπνέουμε για να ζήσουμε, έτσι χρειαζόμαστε και την Τέχνη στη ζωή μας για να υπάρξουμε. 
Η Τέχνη δίνει κάτι επιπλέον, δίνει το «άλλο» στη ζωή, που είναι το ίδιο αναγκαίο με αυτό που όλοι έχουμε ως αυτονόητο στοιχείο για να υπάρχει ζωή. 
Η Τέχνη μας δίνει επίγνωση, μας δίνει τη δυνατότητα να ονειρευόμαστε, να προβάλλουμε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας.

Θ.Λ. Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς Τέχνη;

Μ.Α. Αφόρητη, όπως είναι αυτή την εποχή που ζούμε. Ασφυκτική, απελπιστικά ασφυκτική. Αυτή την περίοδο, πνιγόμαστε, επειδή δεν υπάρχει Τέχνη γύρω μας ή υπάρχει όλο και λιγότερη Τέχνη γύρω μας. 
Ακόμα κι αν υπάρχει Τέχνη γύρω μας δεν μας αφήνουν με διάφορα κόλπα της αγοράς να τη δούμε, να ζήσουμε μαζί της. 
Για να το θέσω πολύ πιο απλά: Αυτήν τη εποχή, στον 21ο αιώνα, η Τέχνη έχει γίνει εμπόρευμα, προϊόν, έχει χάσει την ουσία της. Αν σκεφτείτε ότι πρόσφατα πουλήθηκε ένας πίνακας του Φράνσις Μπέικον για 45 εκατ. ευρώ θα καταλάβετε τι εννοώ... 

Ένα τόσο τεράστιο πόσο για έναν πίνακα, κάνει κακό στον ίδιο τον πίνακα και στην Τέχνη γενικότερα... Μια τέτοια κίνηση στην αγορά έργων Τέχνης αναγκάζει τον άνθρωπο που πάει να δει Τέχνη, βλέποντας έναν πίνακα, να βλέπει τα χρήματα που αντιπροσωπεύει το έργο κι όχι το περιεχόμενό του. 
Τώρα πια όταν βλέπεις Μπέικον δεν βλέπεις τι σου λέει ένα έργο του, αλλά τι χρήματα αξίζει, τι χρήματα θα χρειαζόσουν για να το αγοράσεις. Οπότε η ουσία της Τέχνης έχει γίνει θολή, έχει χαθεί. Ομως, ό,τι κι αν κάνουν, η αξία ενός έργου Τέχνης και ενός καλλιτέχνη, δεν προκύπτει από τη θέση του καλλιτέχνη στην αγορά Τέχνης, αλλά από τη συνεισφορά του στην κατανόηση του ανθρώπου.

Θ.Λ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην εποχή μας και η Τέχνη είναι σε κρίση...

Μ.Α. Για μένα μερικές φορές η οικονομική κρίση και η γενικότερη κρίση της κοινωνίας ωφελεί την Τέχνη. Την κάνει πιο σεμνή, πιο συνεσταλμένη και έτσι επιστρέφει η Τέχνη πίσω, στην πραγματική της ουσία.

Θ.Λ. Υπάρχει ταλέντο; Πιστεύετε στο ταλέντο;

Μ.Α. Υπάρχει αυτό που θέλετε να ορίσετε με την ερώτησή σας, αλλά εγώ δεν θα το αποκαλούσα «ταλέντο». Αυτό που είναι πιο σημαντικό για τους νέους καλλιτέχνες, είναι το πάθος να κάνουν αυτό που κάνουν. 
Το πρώτο πράγμα που θα ρωτούσα έναν νέο καλλιτέχνη που θα είχα μπροστά μου θα ήταν: «Θέλεις πραγματικά να γίνεις καλλιτέχνης;».

Θ.Λ. Γίνεσαι καλλιτέχνης;

Μ.Α. Έχετε δίκιο... Στην ουσία δεν υπάρχει το «γίνομαι» καλλιτέχνης. Η κύρια ερώτηση είναι: «ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ;». 
Δεν μπορεί ο καθένας να «γίνει» καλλιτέχνης. Το να είσαι καλλιτέχνης είναι κάτι σαν την αναπνοή. Δεν μπορεί να «αμφισβητήσει» κάνεις την αναπνοή. Σου βγαίνει φυσικά... Αν δεν αναπνεύσεις θα πεθάνεις. Έτσι και ο καλλιτέχνης δημιουργεί όπως αναπνέει. Αναπνέει για να κρατηθεί στη ζωή. Είναι επιτακτική ανάγκη να κάνει ό,τι κάνει για να υπάρξει.

Θ.Λ. Εσείς πώς βρεθήκατε να κάνετε Τέχνη;

Μ.Α. Ημουν πολύ τυχερή. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες αμφισβητούν τον εαυτό τους, αρνούνται την προδιάθεσή τους για κάτι, γυρίζουν για ένα διάστημα την πλάτη σε αυτό που θέλουν να είναι και ψάχνουν για κάτι άλλο, προσπαθούν να είναι κάτι άλλο που θα ήθελαν κι όχι αυτό που γεννήθηκαν να είναι. 
Εγώ από πολύ, πολύ μικρή ηλικία σας λέω, κατάλαβα και υπερασπίστηκα ότι δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, πέρα από την Τέχνη. Γεννήθηκα καλλιτέχνις και ποτέ δεν πήγα κόντρα σε αυτό. Την πρώτη μου έκθεση την έκανα όταν ήμουν 12 χρονών. Και πάντα ζήλευα τον Μότσαρτ που άρχισε να δημιουργεί, να συνθέτει, από 7 χρονών. Συγκρινόμενη μαζί του, θεωρούσα ότι είχα καθυστερήσει.

Θ.Λ. Γιατί διαλέξατε την περφόρμανς για να εκφράσετε την καλλιτεχνική σας ανησυχία; Γιατί επιλέξατε αυτήν τη συγκεκριμένη μορφή παραστατικής τέχνης;

Μ.Α. Μα δεν το επέλεξα... Ούτε ήταν κάτι που έγινε τυχαία. Ως παιδί ζωγράφιζα. Έτσι ξεκίνησα, σε πολύ νεαρή ηλικία. Ζωγράφιζα τα όνειρά μου και στη συνέχεια ζωγράφιζα διάφορα αντικείμενα, ό,τι έβλεπα μπροστά μου και μου δημιουργούσε τη διάθεση να επέμβω πάνω του. Θυμάμαι ότι εντελώς ξαφνικά, κάτι έγινε στη ζωή μου, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς τι, και αναρωτήθηκα γιατί να περιορίζομαι, γιατί πρέπει να κάνω ό,τι κάνω, αυστηρά μέσα στις διαστάσεις ενός καμβά... 
Γιατί, παραδείγματος χάριν, δεν χρησιμοποιώ όλο τον τοίχο σαν καμβά. Ετσι, ξεκίνησα με τις οπτικοακουστικές εγκαταστάσεις και κάποια στιγμή άρχισα να χρησιμοποιώ το ίδιο μου το σώμα σε συνδυασμό με αυτά που προβάλλονταν στον τοίχο.

Θ.Λ. Τώρα πώς εξηγείτε αυτή την έλξη στις παραστατικές Τέχνες, στην περφόρμανς;

Μ.Α. Ήθελα να είναι η Τέχνη μου δημιουργία ζωής κι όχι αναπαράσταση της ζωής... Αν θυμάστε, οι παραστάσεις μου τη δεκαετία του '70 δεν ήταν κάτι συνηθισμένο, είχαν κάτι ακραίο. Ήταν σαν να στρεφόμουν εναντίον των πάντων. Η παράσταση δεν ήταν το κυρίαρχο έδαφος κανενός. Κανείς δεν ήξερε την εξέλιξη. 
Ξεκινούσε μια παράσταση και ήταν ανοιχτή στην όποια εξέλιξη, χωρίς εγώ να μπορώ -αλλά ούτε ήθελα- να καθορίσω την εξέλιξη. Με ενδιέφερε να βιώσω την παράσταση. 
Δεν ήθελα να δείξω κάτι που είχα καταλάβει, αλλά να καταλάβω, να κατανοήσω μέσω της παράστασης και μαζί με όλους τους θεατές, κάτι που δεν είχα κατανοήσει και με απασχολούσε. Μου πήρε 40 χρόνια να καθιερώσω αυτή τη ματιά στην Τέχνη. 
Τώρα, βέβαια, είμαι αναγνωρισμένη καλλιτέχνις, έχει αποδεχτεί ο κόσμος αυτό το είδος Τέχνης, αλλά χρειάστηκαν 40 χρόνια για να αναγνωρίσουν οι ακαδημαϊκοί της Τέχνης ότι η βιωματική παράσταση είναι ένα είδος Τέχνης. Όπως γίνεται πάντα, πρώτα το αναγνώρισαν οι θεατές, οι απλοί άνθρωποι, χωρίς καλλιτεχνική ιδιότητα, και μετά οι ειδικοί. 
Το «ειδικός» περιέχει ένα έντονο στοιχείο συντηρητισμού και όταν έχει να κάνει με την Τέχνη. Είναι αστείο που έγινε αυτή, η κύρια καλλιτεχνική ενασχόλησή μου... 
Όλα αυτά τα χρόνια που δούλευα χωρίς να αναγνωρίζεται αυτό που κάνω ως Τέχνη, ήμουν σαν πολεμιστής που παλεύει για κάτι που δεν έχει καμιά αξία για τους γύρω, ήμουν σαν μια γυναίκα μόνη που βαδίζει στο φεγγάρι. Οι γονείς μου ήθελαν να με κλείσουν στο ψυχιατρείο. Θεωρήθηκα γελοία από πολλούς και άλλοι με κατέκριναν με δριμύτητα. 
Πότε δεν φαντάστηκα ότι θα μπορούσα να επιζήσω, να βιοποριστώ μεσά από αυτό το είδος Τέχνης. Ηταν αδύνατον και να φανταστώ ότι θα μπορούσα να βγάλω έστω και ελάχιστα χρήματα από αυτό που έκανα.

Θ.Λ. Υπάρχει κάτι από όλη την εμπειρία σας που το διαφυλάσσετε και δεν θα θέλατε να το χάσετε;

Μ.Α. Ενα πράγμα που κατάλαβα και θα ήθελα να το πω και να το ακούσουν, αν γίνεται, νέοι καλλιτέχνες που ξεκινούν να κάνουν Τέχνη σήμερα και θέλουν να ζήσουν κάνοντας Τέχνη, είναι ότι: «Η Τέχνη δεν είναι μόδα!». 
Θέλω να πω ότι στην Τέχνη δεν πρέπει να ακολουθούμε τη μόδα. Στις κυρίαρχες τάσεις της Τέχνης δεν υπάρχει μόδα. Ο μόνος δρόμος που πρέπει να ακολουθούμε στην Τέχνη είναι ο δρόμος του ενστίκτου μας. Το ένστικτο είναι ό,τι πιο σημαντικό στην Τέχνη. 
Και κάτι ακόμα που κατάλαβα μέχρι τώρα προσπαθώντας να κάνω τη ζωή μου Τέχνη: Δεν πρέπει ποτέ να θεωρούμε ότι το να είσαι μεγάλος καλλιτέχνης σημαίνει να είσαι διάσημος και να βγάζεις πολλά χρήματα. Αυτό είναι μια παρενέργεια αυτού που κάνουμε, μια παρενέργεια στον χώρο της Τέχνης. Κανείς δεν ασχολείται με την Τέχνη για να γίνει διάσημος και πλούσιος. Ασχολείται με την Τέχνη για πολύ πιο σημαντικούς λόγους. 
Την κατανόηση της ύπαρξής σου δεν μπορείς να την αγοράσεις με χρήματα, ούτε με φήμη.

Θ.Λ. Η κρίση μπορεί και να αποδειχτεί δημιουργική;

Μ.Α. Σίγουρα. Για εμένα η κρίση είναι το «θερμόμετρο» της κοινωνίας. Δείχνει ότι η «συνείδηση» μιας κοινωνίας πρέπει να αλλάξει. Δεν γίνεται να πηγαίνουμε προς τα εκεί πλέον, να λειτουργούμε καταστροφικά, «αρρωσταίνουμε» όλο και πιο βαριά. Πάντα θεωρούσα και θεωρώ ότι η «κρίση» ήταν και είναι θετικό πράγμα. Αντίθετα, η στασιμότητα είναι πολύ αρνητικό πράγμα για μένα. Το «ακίνητο» νερό, το νερό που δεν ρέει, γίνεται «βάλτος», φέρνει «αρρώστιες». Το νερό που ρέει γοργά, ζωντανεύει, φέρνει συνεχώς νέα ενέργεια...





Θ.Λ. Αν παθαίνατε κάτι σαν αμνησία και ξεχνούσατε τα πάντα εκτός από ένα, τι θα θέλατε να μην ξεχάσετε;

Μ.Α. Την ανάγκη μου να αγαπάω. Αυτό είναι το πιο σημαντικό που έχω. Και ξέρετε, αυτό που μόλις είπατε είναι που φοβάμαι περισσότερο στη ζωή μου... 
Η μητέρα μου πέθανε σε πλήρη άνοια και φοβάμαι υπερβολικά ότι, αργά ή γρήγορα, θα συμβεί και σε εμένα αυτό. 
Οταν πέθανε, είπα από μέσα μου, «Επιτέλους πέθανε!»... Η σχέση μας ήταν βασανιστική... Αμέσως μετά πήρα τον τηλεφωνικό κατάλογο και άρχισα να μαθαίνω απ' έξω τηλεφωνικά νούμερα, απλά και μόνο για να εξασκήσω το μυαλό μου!

Σας ευχαριστώ.
Δεν σας λέω γεια, γιατί σύντομα θα τα ξαναπούμε!
____________________________________________________________________
η συνέντευξη δόθηκε στον Θανάση Λάλα για το Έθνος της Κυριακής

Utopia

1 σχόλια :