Τετάρτη, Νοεμβρίου 2




   Τεράστιο το "ferry", χλιδάτο,
                      [ούτε κανονικό ποστάλι.*
           *πορθμείο  *επιβατικό πλοίο

Είχανε προηγηθεί από το πλήρωμα άλλοι,
που ήρθανε με την ταχεία,
και με πολλή ταλαιπωρία,
κροσσάροντας Γιουγκοσλαβία,
μετά Αυστρία, Γερμανία,
κι απ' το Καλαί τώρα με πλοίο,
πάμε μαζί για Ντόβερ...

Από το φορτηγό "Ση Λόβερ",
είχα μεταπηδήσει....
Πριν μία μέρα...
            [το είχα αφήσει,
νάμπω μαζί μ' αυτούς
και άλλους δέκα Ανδεγαυούς*,
                   *Γάλλους
στη ''νέα αγορά''*,                                                    *νεοαποκτηθέν πλοίο
του Ελληνογάλλου του Ντεκά,
το "Φιούρι".....
έναν βρωμο-γκαζά.*
                                            *δεξανενόπλοιο

Καθόμουν αραχτός....
               [κι ένιωθα φίνα
μες στη καντίνα, τού "Λαίδη Ζήνα"
και ποιος λες σκάει εκεί μύτη ?...
                                   [ο Ρήνας,
το πρώτο ''γκαζάκι''* της Αθήνας.
                 *γυάλινος βόλος


Έτσι τον λέγαν στο Δημοτικό,
γιατί στους βόλους ήταν σωστό
ταλέντο...
         [κυριολεκτικά φρικιό,
με συλλογή στις δυό χιλιάδες
γκαζάκια, απ' τους φουκαράδες
που κέρδιζε πιτσιρικάδες...

Νά αγκαλιές, γέλια, παλιές διηγήσεις,
σφαλιαρονώμασταν...
και δώστου αναμνήσεις !

Μου είπε για ηλεκτρολόγος
πάει στο "Φιούρι", μα ένας λόγος
τον κάνει τώρα να λακίσει.


Με πάει πιο 'κεί να μου μιλήσει...
δεν ήξερε από που ν' αρχίσει,
και με φωνή ψιθυριστή,
μου λέει το τι είχε συμβεί:

''Στο 'πάνω ντεκ,* μιά γκόμενα 
                    *κατάστρωμα
         είναι η Σπανιόλα Ιμέλντα....                      *Imelda                                                                                                η μαρκόναινα,*                   *ασυρματίστρια
πιο όμορφη δεν έχεις δει.

Στο "Φιούρι" ερχότανε να μπεί

στη θέση τ' ασυρματιστή,
που τον εβρήκαν σκοτωμένο,
σε μίαν άκρη πεταμένο,
στη Βρέστη, σ' ένα μπαρ απ' όξω...''
λαχάνιασε, μα συνέχισε...
                              [''ωστόσο,
αυτά που θέλω να σου πω,
δεν έχουν σχέση με αυτό...

Από το Σίτυ ναυτικοί πρακτόροι*,
της είπαν θέση για βαπόρι
εβραίικο,
    [σκέτο χρυσωρυχείο,
έχει γι αυτήν,
          [και άλλους δύο
λαδάδες*, κι αν τους βρει, 
                           *λιπαντές της μηχανής
κάνουν τη τύχη τους κι αυτοί,
κι όλοι θα πήξουν στον "παρά",
θα τρελαθούνε στα λεφτά.

Τότε ο Μπάμπης με χαρά
μου λέει κρυφά... ψυθιριστά:

''Τι λες πετάμε τη στολή ?
Λαδάδες...
εεε, καίαιαι ?... δεν μ' ενοχλεί !
μπατίρια αξιωματικοί,
είμαστε λίγο ως πολύ !


Κι αν πείς το ναι... εμείς οι τρεις
βουτάμε τα μπαγάζια ευθύς,
για Λίβερπουλ τσουλάμε,
με το που Ντόβερ μεις πατάμε.''


       (Δεν είχε τούνελ τότε ωρέ,
       και πά-αινες Ντόβερ- Καλαί,
       γιατί η Αγγλία ήταν νησί
       και η ΕΟΚ 'ταν στην αρχή..)


        
Δε σκέφτηκα ούτε στιγμή,
"Μέσα, του είπα.
            [είμαι Μπάμπη...''


           Πράσινη γη, πράσινοι κάμποι..
             Ένα μαγευτικό τοπίο
             έβλεπα απ' το τραίνο....
                         [μετά απ' το λεωφορείο,
              καθώς για Λίβερπουλ τραβούσε.



                         
Το μόνο που μ' απασχολούσε
όμως εμένα...
              ήταν ''αυτή''...
που από παραμύθι λες κι είχε βγει,
κι οι πάντες είχαν...ταραχτεί,
όπως κι εγώ... απ' τη στιγμή
που πάνω στο ντεκ την είχα δει... 

Στα πράσινα κι εκείνη...
                                         [μαύρο μαλλί,
μάτια κρυμμένα 

           [από Οκλέυ"* γυαλί...       *μάρκα γυαλιών ηλίου ''Oakley sunglasses''

Δεν ήταν, ακόμα, ''μια όμορφη'' αυτή !
Συνωμοτώντας λες η φύση...
κάποια άγνωστα ίσως υλικά
                [είχε χρησιμοποιήσει
να κτίσει το δημιούργημά της
και κάπως υπερβάλλοντας...
το ''αριστούργημά'' της,
που εκστατικούς τους άφηνε όλους !
                   
         
       Με το ταξί σαράντα μόλους,
       περάσαμε ψάχνοντας το τάνκερ "Μρέβερυ".

       Δυό Άγγλοι δίχως ρέφερι*
                           *διαιτητής
       σε μια προβλήτα απ' τις παλιές,
       αντάλλαζαν μπουνιές,
       και νίκης ιαχές,
       βγάζαν εργάτες θεατές
       για νικητή και πρώτο...


       ''Έχασα, έλεγε, γαμώτο...''
        ο ένας....
           [ματσό-λιρα εμέτρα ο άλλος,
        σάλος γινότανε μεγάλος.

        Κρυφτήκαμε ώσπου να λακίσουν,
        τον ταξιτζή κι εμάς μήπως λιανίσουν,
        που είδαμε την παρανομία....

        Ανύπαρκτη η αστυνομία,
        γιατί στους ντόκους έχει καθεστώς,
        που κουμαντάρει.....
        [του γιούνιον* ο τσαγκός...
                        *σωματείο

Αφήνοντας πια το ταξί,
εσυνεχίσαμε πεζοί,
ως το καράβι οι τρεις μαζί,
Μπάμπης, εγώ κι η... καλλονή.


Δεν γύρισε ούτε στιγμή
σε όλη αυτή τη διαδρομή,
να με κοιτάξει ή να πει
έστω και λέξη... προς εμένα.

Έχοντας χαμηλωμένα
τα μάτια τα παραμυθένια,
τ΄αστέρια...
       αυτά τα διαμαντένια,
βασάνιζε εμφανώς εμένα,
που ήδη σκλάβος ήμουν δικός της..

Φλερτ και λοιπά......
θα ήταν ματαιότης !
Σαν κάποια του πλούτου μετριότης
να θέλει Πικάσο να ''κτυπήσει'',
όταν ο Κόεν* έχει εισχωρήσει  
           *Steven A.Cohen, πολυεκατομ.συλλέκτης  
στης αίθουσας τον πλειστηριασμό
και γούσταρε το έργο αυτό.

             
           Κάβοι και σπρινγκ* αμολυμένα             *λυμένα
             και βίραραν ήδη την καδένα*                   *σήκωναν την άγκυρα
             σαν επιβιβαστήκαμε...

             Τους κάβους ετραβήξαμε.
             και απομακρυνθήκαμε.

Αφού τακτοποιηθήκαμε
και ψιλο-σενιαριστήκαμε...
τον κάπτεν επισκεφτήκαμε,
κατά τα ειωθότα, στην καμπίνα,
ένα παλιόμουτρο απ' την Αθήνα,
που στον Πειραιά, σ' όλη την πιάτσα
τον λέγανε "η σκατοφάτσα".

''Γειά σας, είπαμε, ήρθαμε..
τ' ονόματά μας είπαμε...
κι αυτοπροσδιοριστήκαμε:
Μαρκόναινα και δυό λαδάδες".

Σκάσαν στα γέλια οι κερατάδες
σαν είδαν τα διπλώματά μας..

''Ρε πας καλά ?''
                   [μου είπε ο σκίπερ*              
*κυβερνήτης
(ενώ μιά νοικιασμένη στρίπερ,
κοιμόταν στο βάθος της καμπίνας)
''...έχει περάσει ένας μήνας,
που κάνω μόνος μου δυό βάρδιες.


Στη γέφυρα δυό θέσεις άδειες,
σε περιμένουνε ''σωτήηηρα'',
να ήξερες χαρά που πήρα,
και πιάνεις το πρωί δουλειά,
σαν τρίτος μ' όλα τα μισθά...

Στο άνετο βρίσκω λαδά
δεν χολοσκάω 'γω
               [του κερατά...

Τώρα θα βγούμε στ' ανοικτά,
να πλύνουμε δεξαμενές...
Κάνε οβερτάι* όσο θες,                               *οβερτάιμ-υπερωρίες
γιατί 'μαστε οι μισοί μαθές
στη σύνθεση του πλοίου,
και ...μπατεργόρθ* τρελοκομείου,
           *καθάρισμα δεξαμενών
θ' ακολουθήσει με ξενύχτι...

Τέρμα... η απόφαση ελήφθη,
ανήκετε τώρα στην κουβέρτα*,
                 *πλήρωμα καταστρώματος
κόψτε εντελώς τα σούρτα φέρτα
στη μηχανή...
              [και για λαδάδες
ας στείλουν οι χαρτογιακάδες,
αυτοί, οι φωστήρες του γραφείου.

                
      Θάτανε μέσα Ιουνίου,
      όταν σαλπάραμε για Ρίο...



Σπάνια την έβλεπα στο πλοίο,
γιατί 'χα τη σκυλίσια βάρδια,
δώδεκα τέσσερις τα βράδια...

Λιγάκι με τη τράπουλα,
λιγάκι για τα... μάσκουλα
που σήκωνα βαράκια,
λίγο με πόκα τα βραδάκια,
ξεχνιόμουνα...
             [ερωτοχτυπημένος,
καταγοητευμένος,
και απόλυτα ξεμυαλισμένος
με την μισό-Αζτέκα ασυρματίστρια...

Περνούσε σαν τουρίστρια,
και σπάνια εμφανιζότανε.

Για γεύμα όταν ερχότανε
την ''τρώγαν'' με τα μάτια...

''Ας πάει στα κομμάτια,
είπα... θα της μιλήσω...''
αλλά....
      [σιγά μην το τολμήσω.

Είχανε κι άλλοι τσιμπηθεί
όπως κι ο Μπάμπης δηλαδή,
που...
    [αφού τον έφτυνε αυτή,
ίσως για να εκδικηθεί,
βγάζει μιά βρώμα* πως η ''ωραία'',
                *φήμη
(μιά σκέψη παντελώς χυδαία)
γουστάριζε τάχα κορίτσια,
κι ότι ανώμαλα είχε βίτσια..

Όσα δεν φτάνει η αλεπού...


        Κλατάρει το μυαλό...
        του κάθε ναυτικού,
        απ' την κλεισούρα που και που,
        και φανταστικές σκαρώνουν ιστορίες,
        στων πλοίων τις τραπεζαρίες
        όπου με τουπέ.....
                  [θα σούλεγα και μ'αλαζονεία,
        αλλά και μ' ανύπαρκτα στοιχεία
        κάνουν τους προφεσόρους !

Είχαμε και τζογαδόρους
που κάθε βράδυ παίζαν πόκα,
κι αφού εχάραζε τη ρότα,
ερχότανε, κι ο καπετάνιος,
που ήταν καραμπίνας* σπάνιος..
            *φοβιτσιάρης, χαρτοπ. όρος

Μια μέρα κάναμε γυμνάσιο,
για'' φόκο''* στο αντλιοστάσιο
                  *ναυτ. φωτιά
και για ''εγκατάλειψη του πλοίου''...
το αποτέλεσμα του οποίου
ήτανε κάτι που πολύ ποθούσα...
αφού το χέρι της κρατούσα,
κι έκανα πως τη βοηθούσα,
στη βάρκα για να μπεί...

Σύντομα θα αποδειχτεί
πως κάτι έτρεξε εκεί....

Το ίδιο βράδυ...
                  δηλαδή,
κατά τις δύο το πρωί,
που ο έναστρος ο ουρανός,
(στα πέλαγα πιο φωτεινός)
θαρρείς πως ακουμπούσε
πα' στο κατάρτι.....
              και με κοιτούσε,
ήτανε σαν να μου μιλούσε,
σαν να παρηγορούσε
εμένα για τη μοναξιά μου,
για τον μονομερή ερωτά μου,
την μόνιμη πια συντροφιά μου,
στο ξύπνιο μου...
                [στα όνειρά μου..

Και ξάφνου... ψιθυριστή,
μες στο σκοτάδι*, ακούω φωνή....
     *στη γέφυρα έχει απόλυτο σκοτάδι
          
Η ''Ιμέλντα μου''...

                   [αθόρυβα είχε μπει,
κρύβοντας αμήχανα μια ταραχή,
στη γέφυρα, για να μου πει,     

πως απ' τη πρώτη τη στιγμή,
επίτηδες είχε υποκριθεί
''κοιτάζοντας κάτω τη γη'',
σκόπιμα να προκαλέσει...
         [και τη δική μου προσοχή.

Το πρώτο μας αλλάξαμε φιλί !


Ο γάμος τελέστηκε στο Ρίο...
Δυό μέρες στο ξενοδοχείο,
και πάλι πίσω μες το πλοίο...
που μείναμε κάπου δυό χρόνια.

Στα τροπικά ή μες τα χιόνια,
από Αμερική σ' Ασία
κι απ' Αφρική Ινδονησία,

μία μικρή περιουσία
μαζέψαμε όχι αστεία...

Το χρήμα και την ευτυχία
κέρδισα...
         [δύο μαζί λαχεία.

         
Ξέρεις τι λένε οι ναυτικοί
με πίκρα...
για τη δικιά τους τη ζωή ?

Τα καραβομαζώματα
λες και γυρνούν.... αυτόματα
σε καραβοτσακίσματα.

Και ευτυχίας ψήγματα
παίρνουν απ' τη ζωή,
γιατί από την πρώτη στιγμή,
έχουν ήδη αυτοί.... ''πνιγεί'',
μπαίνοντας μέσα στη λάτζα*...
                 *βενζινάκατος 
τσιμπώντας το δόλωμα..
                  [την μπροστάτζα* !
                 *προκαταβολή
         

            Μοντεβιδέο

Άφιξη Μοντεβιδέο...
κι όλο το βράδυ,
δουλεύαμε μες στο σκοτάδι
μπίγιες, αμπάρια και λοιπά
και φυσικά... σουρνώμουνα μετά.

Η Ιμέλντα φρέσκια το πρωί
μου λέει για ψώνια πως θα βγεί...
Δεν γύρισε ποτέ από κει...
                                     

                          Κάποια ελπίδα στην αρχή
                 και στη συνέχεια...
                        [ο πανικός κυριαρχεί...

                 Πώς θα συνεχίσω μοναχός... ! ?
                 Πόνος...
                         [αγιάτρευτος καημός...

                 Ίσως να είχε βαρεθεί..
                 Ίσως να είχε κουραστεί..
                 Ίσως να είχε..
                              [και πάλι ερωτευτεί.

Δεν ξαναβγήκα εκτός Ελλάδος...
Φτιαγμένος μόνιμα εκ καννάβεως,
στης φυλακής μου το κελί,
βρισκόμουνα σ' όνειρα μαζί
με την αγαπημένη.

Πόση ποινή μου μένει?...
Ήμουνα χρήστης ? Βαποράκι ?
Άρχισα να ξεχνώ λιγάκι.

''Ας όψεται, έλεγαν, αυτή...'',
όλοι οι φίλοι οι παλιοί,
μα η Ιμέλντα μου και 'γώ...
                [πάλι είμασταν μαζί
στις μόνιμες πια παραισθήσεις,
όπου της έλεγα... ''
                [Ναι, θα γυρίσεις
το ξέρω.... δεν θ' αφήσεις
το όνειρο να πάει χαμένο,
το γέλιο σου θα είναι εδώ,
το ευτυχισμένο...
Θυμάσαι ?




       Δώδεκα χρόνια μετά
Η Ουραγουανή πρεσβεία,
έγγραφο στην αστυνομία
στέλνει, με την πληροφορία,
ότι η Imelda Torres είχε απαχθεί
τότε...
      κι άγρια δολοφονηθεί.


Ο δράστης είχε συλληφθεί,
γνωστός ως ''δράκος του Παρανά"*
και ομολόγησε πολλά,
μπας πέσει αυτός στα μαλακά.

Κανείς δεν ζούσε για να δει
το ''έγγραφο'' πούχε 'ρθεί...


Είχαμε όλοι μας χαθεί,
και εγώ... κι οι φίλοι οι παλιοί.

______________________________________



Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος", βιωματικό έμμετρο έργο
του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 132/ e-mail: pmataragas@yahoo.com /
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga




*Ανδεγαυία, Το Δουκάτο του Ανζού στα μεσαιωνικά χρόνια. Σήμερα αντιστοιχεί στον σημερινό γεωγραφικό νομό της Γαλλίας Μαιν ε Λουάρ της Δυτικής Γαλλίας με πρωτεύουσα την Ανζέ Angers. Συμπεριλαμβανόταν σε ένα από τα 83 γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας που δημιουργήθηκαν μετά την Γαλλική επανάσταση (1790).

Οι Ανδεγαυοί προέρχονται από το Γαλατικό βασίλειο των Ανδών (γαλλ. Andécaves), που καταλύθηκε μετά την κατάκτηση τους από τον Ιούλιο Καίσαρα. Την εποχή των Φράγκων μετονομάστηκαν σε Ανζού (γαλλ. Anjou), και έγιναν έδρα επισκοπής.









  Ουτοπία  


0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου