Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10




    Οι άνθρωποι γενικά ζητούν μια κάποια ανακούφιση του καθημερινού κόπου σ' ένα περίπατο ή στα καφενεία, ο Φάμπιο Φερόνι, προτού παντρευτεί, για πολλά χρόνια, άνθρωπος της μοναξιάς καθώς ήταν, περνούσε την ώρα του στη μικρούλα ταράτσα του παλιού εργένικου σπιτιού που μέσα στα λουλούδια του περιφέρονταν κι ένα πλήθος μαμούνια και μύγες κι αράχνες και μερμήγκια. Ενδιαφερόμενος για τη ζωή τους με περιέργεια και αγάπη.
Διασκέδαζε όμως περισσότερο παρακολουθώντας τους αγώνες μιας γέρικιας χελώνας που εδώ και μερικά χρόνια επέμενε πεισματάρα κι αλύγιστη ν' ανέβει το πρώτο από τα τρία σκαλοπάτια που έφερναν στην τραπεζαρία.
''Ποιός ξέρει'', σκεπτόταν πολλές φορές ο Φερόνι, ''ποιός ξέρει τι παράδεισους να φαντάζεται πως θα βρει σε κείνη την κάμαρα, αφού τόσα χρόνια τώρα... κι εξακολουθεί να επιμένει''.
Έξαφνα, κατορθώνοντας με πολύ κόπο να ξεπεράσει το ύψος του πρώτου σκαλοπατιού, ενώ πια έβαζε στην κόχη τα στραβούτσικα ποδαράκια της κι έξυνε απελπισμένα για να συρθεί ως απάνω,σε μια στιγμή έχανε την ισορροπία και ξανάπεφτε τ' ανάσκελα μέσα στο πέτρινο καβούκι.
Πολλές φορές ο Φερόνι, βέβαιος πως αν κάποτε ανέβαινε το πρώτο, μετά το δεύτερο κι ύστερα το τρίτο σκαλί πάλι θα 'θελε να ξαναγυρίσει, αφού έκανε τη βολτίτσα της στην τραπεζαρία, προσεχτικά, την έπαιρνε και την άφηνε πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι ανταμοίβοντας έτσι  τη μάταιη επιμονή των τόσων χρόνων...

Μα, με έκπληξη είχε παρατηρήσει πως η χελώνα είτε από φόβο είτε από δυσπιστία, δεν θέλησε ποτέ να επωφεληθεί της απροσδόκητης βοήθειάς του, την έβλεπες να μαζεύει το κεφάλι και τα ποδαράκια κάτω από το καβούκι της, να μένει εκεί σα μια πέτρα και μετά σιγά σιγά στρέφοντας να κάνει προς την άκρη του σκαλοπατιού, δίνοντας αναμφισβήτητα σημεία πως ήθελε να κατέβει.
Τότε αυτός την ξανακατέβαζε και να πάλι ύστερα από λίγο η χελώνα που ξανάπαιρνε το συνηθισμένο κόπο ν' ανέβει μόνη της το πρώτο σκαλοπάτι.
- ''Τι ζώον'', είχε φωνάξει ο Φερόνι την πρώτη φορά. Όμως μετά που σκέφτηκε καλύτερα, είδε πως είχε πει ''ζώον'' ένα ζώον, όπως λέμε ''ζώον'' έναν άνθρωπο. Τέλος την είπε ζώον όχι, γιατί τόσα χρόνια δεν μπορούσε να καταλάβει πως όντας ψηλότερο το σκαλί, αναγκαστικώς θα έχανε την ισορροπία της, ολόρθη καθώς ήταν και θα έπεφτε, μα γιατί βοηθούμενη απ' αυτόν αρνιόταν τη συνδρομή. 
Τι έβγαινε όμως απ' αυτούς τους συλλογισμούς; 
Ότι λέγοντας μ' αυτό το πνεύμα, ζώον έναν άνθρωπο, αδικείς πολύ τα ζώα, γιατί έρχεσαι να πάρεις για κουταμάρα, εκείνο που είναι σ' αυτά αγαθότητα ή ενστικτώδικη φρόνηση. Ζώον λέμε έναν άνθρωπο που αρνιέται τη βοήθεια...
Ο Φερόνι είχε ιδιαίτερους λόγους να απεχθάνεται εκείνη την αγαθότητα (ή φρόνηση) της γέρικης χελώνας και διασκέδαζε κάπως με τις γελοίες κι απελπισμένες κλωτσές που έδινε στον αέρα όταν ήταν ανάσκελα. Στο τέλος κουρασμένος να τη βλέπει έτσι να βασανίζεται, της τραβούσε μια σπρωξιά με το πόδι. 

Εκείνον, ποτέ δεν βρέθηκε κανείς να τον βοηθήσει αυτόν στους αγώνες του για ένα ψηλότερο ανέβασμα. Και μάλιστα ούτε γι αυτό θα πονούσε κατά βάθος ο Φάμπιο Φερόνι, ξέροντας τη σκληρή δυσκολία της ζωής και τον εγωισμό του ανθρώπου, αν δεν έχει δοκιμάσει μια πιο θλιβερή πείρα, η οποία ενόμιζε πως του έδιδε ένα δικαίωμα αν όχι σχετικό με την υποστήριξη, τουλάχιστον στη συμπόνια.
Από την μέχρι τώρα πείρα του έβλεπε ότι παρ' όλες του τις φροντίδες πάντοτε μόλις ήταν να φτάσει, παρά τρίχα, το σκοπό που επεδίωκε με όλες τις δυνάμεις της ψυχής του, προσεχτικός, υπομονετικός κι επίμονος πάντοτε η ατυχία με το απροσδόκητο χτύπημά της διασκέδαζε να τον ρίχνει ανάστροφα με την κοιλιά προς τ' απάνω, ακριβώς όπως εκείνη η χελώνα.
Σκληρό παιχνίδι.Ένα φύσημα δυνατό, μια σπρωξιά στην καλή ώρα και παρ' τα όλα κάτω.
Ούτε που ήταν για να πεις αυτές οι απροσδόκητες πτώσεις του πως άξιζαν μια φτωχή συμπάθεια ένεκα που ήταν από μέτριες εμπνεύσεις. Και μετά... ναι, βέβαια, όσο από πιο ψηλά τόσο πιο οδυνηρές οι πτώσεις. Εκείνη του μερμηγκιού από ένα κοτσάνι δυο πιθαμές ύψος δεν ήταν στ' αποτελέσματα όμοια με την πτώση ανθρώπου από ένα καμπαναριό;
Πολύ ωραία να παρομοιασθεί μ' ένα μερμήγκι, δηλαδή μ' ένα κακομοίρη που χρόνια και χρόνια αγωνίζεται και μελετά με κάθε τρόπο να ορθοποδήσει και προσπαθεί με μανούβρες να βρει ένα ελάχιστο μέσον να καλυτερέψει τη θέση του. Κι άξαφνα να φτάνει η κακοτυχία να του μαστιγώνει σε μια στιγμή όλες τις λεπτές του κατανοήσεις, το μόχθο μιας ελπίδας όλο και πιο ισχνής, φερμένης στο τέλος.
Να μην ελπίζει πια, να μην ξεγελιέται, να μην επιθυμεί πια τίποτα, να πάει μπροστά έτσι, εγκαταλειμμένος, αφημένος στην τύχη. Το μόνο θα ήταν αυτό. Το καταλάβαινε καλά ο Φάμπιο Φερόνι. Όμως αλλοίμονο, ελπίδες και επιθυμίες και ξεγελάσματα του ξαναγεννιόντουσαν σχεδόν πεισματικά. Ήταν οι σπόροι, που η ζωή η ίδια έριχνε και που έπεφταν πάλι στο χωράφι του που όσο κι αν σκληρυμένο από τον πάγο της πείρας, δεν μπορούσε να μην τους δεχτεί, να εμποδίσει να ρίξουν την ασθενικιά ρίζα και να ξεπεταχτούν ωχροί, με δειλία απαρηγόρητη στη βαθιά και παγωμένη ατμόσφαιρα της απιστίας του.
Το πολύ πολύ μπορούσε να υποκριθεί ότι δεν προσέχει. Ή να λέει πάλι στον εαυτό του πως δεν είν' αλήθεια, ότι έλπιζε τούτο, επιθυμούσε το άλλο ή να πιστεύει ελάχιστα πως εκείνη η ελπίδα, αυτή η επιθυμία μπορούσαν να εκπληρωθούν.
Τραβούσε μπροστά σα να μην έλπιζε, να μην επιθυμούσε πια τίποτα, ακριβώς σα να μην εμεθούσε από τίποτα, όμως κοιτάζοντας με την άκρη σχεδόν του ματιού την ελπίδα, την επιθυμία, το κρυμμένο όνειρο, κρυφά κι από τον εαυτό του.
Όταν μετά απροσδόκητα πάντοτε η κακοτυχία του έδιδε τη συνηθισμένη κλωτσά, αυτός πετιόταν, μα υποκρινόταν πως δεν ήταν παρά ένα τίναγμα των ώμων και γελούσε κι αρνιόταν την πίκρα αφού δεν έλπιζε καθόλου, αφού δεν είχε βαυκαλισθεί από τίποτα απολύτως. Ο διαβολάκος της κακοτυχίας αυτή τη φορά, ε όχι, αυτή τη φορά δεν του την έσκασε...
Παντρεύτηκε μια μέρα, όπως πίνει αυγό για να μη δώσει καιρό στη κακοτυχία να κάνει πάλι κανένα στραπάτσο. Αλήθεια, κοιτούσε λιγάκι (κατά τη συνήθεια του με την άκρη του ματιού) εκείνη τη δεσποινίδα Μόλεσι που έμενε κοντά στη βιβλιοθήκη. Την Ντρεέτα Μόλεσι, που όσο πιο του φαινόταν ωραία, τόσο πιο άσκημη την έλεγε στους άλλους και δύσμορφη.
Στην αρραβωνιαστικιά που παραπονιόταν για την βιασύνη του, αν και βιαζόταν κι αυτή, είπε πως όλα τα είχε έτοιμα από καιρό. Το σπίτι έτσι κι έτσι, που αυτή όμως δεν έπρεπε να ζητήσει να επισκεφθεί πριν γιατί το φύλαγε σα μια έκπληξη την ημέρα των γάμων. Και ούτε πούθελε να πει σε ποιό δρόμο ήταν από φόβο μήπως κρυφά με τη μητέρα ή τον αδελφό της πήγαιναν να το δουν, παρακινούμενοι από τις λεπτομερείς περιγραφές που τους είχε κάνει για όλες τις ευκολίες και τη θέα που χαιρόταν κανείς από τα παράθυρα και για τα έπιπλα που είχε αγοράσει και τοποθετήσει στοργικά στις διάφορες καμαρούλες.
Συζήτησε πολύ μαζί της για το γαμήλιο ταξίδι. Στη Φλωρεντία, στη Βενετία; Μα σαν ήρθε η στιγμή έφυγαν για τη Νεάπολη, βέβαιος έτσι όπως είχε ξεγελάσει την τύχη. Την είχε δηλαδή στείλει -τη τύχη- στη Φλωρεντία και στη Βενετία από ένα ξενοδοχείο στο άλλο, για να φαρμακώσει τις χαρές της σελήνης του μέλιτος, ενώ αυτός θα τις απολάμβανε ήσυχος και εμψυχωμένος στη Νεάπολη. Τόσο η Ντρεέτα, όσο και οι συγγενείς, έμειναν κατάπληκτοι απ' αυτή την αναπάντεχη απόφαση να φύγουν δηλαδή για τη Νεάπολη, αν και ήσαν οπωσδήποτε συνηθισμένοι σε παρόμοιες αιφνίδιες μεταβολές, είτε της διάθεσης, είτε των σκοπών του. Δεν εφαντάστηκαν πως μια πολύ πιο μεγάλη έκπληξη τους περίμενε στην επιστροφή του ταξιδιού. 
Που ήταν το σπίτι, η φωλιά η ετοιμασμένη από τόσο καιρό και που την είχε περιγράψει με τόσες λεπτομέρειες; Πού ήταν; Στο όνειρο, στο όνειρο που ο Φάμπιο Φερόνι προόριζε για την κακοτυχία, αφού διασκέδαζε να του τα στραπατσάρει με κάποιο από τα απροσδόκητα ανδραγαθήματα της.
Εκεί στα δυο επιπλωμένα δωμάτια, διαλεγμένα στο τραίνο της επιστροφής, μέσα από τα τόσα διαθέσιμα των αγγελιών μιας εφημερίδας, είδε η Ντρεέτα να οδηγείται σαν έφτασαν στη Ρώμη. Η Ντρεέτα και οι γονείς της διαμαρτυρήθηκαν που τους ξεγέλασε, δεν ήταν μια απάτη τελικά; Γιατί να πει αυτά τα ψέματα; Και να τους μιλά για ένα σπίτι επιπλωμένο στην εντέλεια, για όλες του τις ευκολίες, γιατί;
Ο Φάμπιο Φερόνι, που περίμενε την έκρηξη, έστεκε υπομονετικά να ξεθυμάνουν και οι πρώτοι θυμοί, χαμογελώντας με τα δάκτυλα να τραβήξει κάποια τριχούλα από τα ρουθούνια.
Η Ντρεέτα ήταν δυσαρεστημένη. Οι γονείς της τον αδικούσαν... Ήταν καλά, πολύ ωραία, έτσι απέναντι στην τόση χαρά που είχε τώρα απολαύσει στη Νεάπολη, για όλη την αγάπη που του πλημμυρούσε την καρδιά.
Ήταν ωραία που ήρθαν έτσι.
Γιατί έκλαιγε η Ντρεέτα; Για ένα σπίτι που δεν ήταν; Ω, μικρό το κακό, θα γινόταν...
Και εξήγησε στους γονείς γιατί δεν είχε ετοιμάσει προηγουμένως το σπίτι και γιατί είπε τα ψέματα. Εξήγησε πως για το ψέμα του έφταιγαν κάπως κι αυτοί, δηλαδή οι πολλές ερωτήσεις που του έκαναν όταν αυτός στην αρχή είπε ότι τα είχε ετοιμάσει όλα από καιρό κι ότι ήθελε να κάνει στην αρραβωνιαστικιά μια ωραία έκπληξη. Είχε έτοιμο το χρήμα και να το εκεί. Είκοσι χιλιάδες λιρέτες οικονομημένες και μαζεμένες σε τόσα χρόνια και με τόσες στερήσεις. Είχε ετοιμάσει μια έκπληξη για τη Ντρεέτα...
Θα της έδινε στο χέρι εκείνο το χρήμα για να φκιάσει αυτή, αυτή μονάχα, τη φωλιά που της άρεσε, σαν μια ανάγκη και όχι σαν ένα όνειρο.
Μα προς Θεού! Να μην ακολουθήσει σε τίποτα και για τίποτα τη φανταστική περιγραφή που της έκανε έναν καιρό. Ολωσδιόλου διαφορετικά έπρεπε να είναι. Να διαλέξει με τη βοήθεια της μητέρας ή του αδελφού. Αυτός δεν ήθελε τίποτα να ξέρει. Γιατί και αν ελάχιστα είχε επιδοκιμάσει, εκείνη ή τούτη την εκλογή και είχε χαρεί μαζί της, αντίο σε κάθε τι.  
Και ήθελε τέλος να τους πει πως αν φανταζόντουσαν πως θα ευχαριστιόταν από την τάδε αγορά ή τοποθέτηση να την κάνουν από την αρχή. Και γι αυτό, ως τα τώρα, με κάθε τρόπο δειχνόταν δυσαρεστημένος πάρα πολύ.
Θες γι αυτό, θες για την εγκαρδιότητα των νοικοκυραίων, δυο καλών γερόντων του παλιού καιρού, μ' ένα κορίτσι της παντριάς, η Ντρεέτα δε βιάστηκε να φκιάσει τη φωλιά. Κι έμειναν σύμφωνοι με τους σπιτονοικοκύρηδες πως δε θα έφευγαν παρά με τη γέννηση του πρώτου παιδιού.
Όμως οι πρώτοι μήνες του γάμου ήσαν ένα ποτάμι δάκρυα κρυφά για τη Ντρεέτα, αφού θέλησε να ζήσει κατά τον τρόπο του συζύγου... Ακόμα δεν είχε παρατηρήσει πως αυτός έλεγε το αντίθετο απ' ότι επιθυμούσε. 
Ο Φάμπιο Φερόνι επιθυμούσε, κατά βάθος, κάθε τι που μπορούσε να κάνει ευτυχισμένη τη γυναίκα του. Μα ξέροντας πως αν το έκανε γνωστό θ' ακολουθούσε εκείνη τις επιθυμίες του, από προνοητικόητα εδήλωνε τα αντίθετα απ' ότι ήθελε και η γυναικούλα του ζούσε δυστυχισμένη.
Όταν τέλος το πρόσεξε κι άρχισε να κάνει κατά πως ενόμιζε αυτή, δηλαδή αντίθετα από κείνο που έλεγε αυτός, η ευγνωμοσύνη, η στοργή, ο θαυμασμός του Φάμπιο Φερόνι γι αυτήν έφθασε να ξεχειλίσει. Αλλά ο φτωχός άνθρωπος φυλάχτηκε πολύ από του να εκφρασθεί. Ένοιωθε ευτυχισμένος κι άρχισε... να τρέμει γι αυτό. Τώρα που είναι γιομάτος από χαρά, πώς να την κρύψει; Να δειχθεί δυσαρεστημένος;
Και βλέποντας τη μικρή Ντρεέτα έγκυο πια, τα μάτια του γιόμισαν δάκρυα. Δάκρυα τρυφερότητας και ευγνωμοσύνης.
Τους τελευταίους μήνες η γυναίκα του με τον αδερφό και τη μητέρα άρχισαν να ψάχνουν για σπίτι. Ο φόβος του Φάμπιο έγινε κείνες τις μέρες περισσότερο από κάθε άλλοτε αγωνιώδης. Ίδρωνε, πάγωνε σε κάθε έκφραση χαράς της γυναικούλας του, ικανοποιημένης από την αγορά τούτου ή εκείνου του έπιπλου. 
''Έλα να δεις..., έλα να δεις...'', του έλεγε η Ντεέτα. Και με τα δυο του χέρια ήθελε να της κλείσει το στόμα. Η χαρά ήταν πάρα πολλή. Ήταν αληθινή ευτυχία, ευτυχία ολοκληρωμένη. 
Αλλά κι αν...; Δεν ήταν δυνατό να μη συμβεί από στιγμή σε στιγμή μια συμφορά.
Έπρεπε να τη περιμένει. Άρχισε να κοιτά γύρω και μπροστά και πίσω με γρήγορα βλέμματα, για να ανακαλύψει και να προβλέψει την ενέδρα που (θα) του έστηνε η μοίρα, η δολιότητα που μπορούσε να κρύβεται σ' ένα μόριο σκόνης!
Ριχνόταν καταγής για να εμποδίσει το βήμα της γυναίκας του, αν παρατηρούσε στο πάτωμα κάτι που μπορούσε να την κάνει να γλιστρήσει. Ναι, ίσως φώλιαζε το κακό εκεί, σε κείνη τη φλούδα.., μάλιστα, σε κείνο το κλουβί του καναρινιού. Όπως εκείνη τη φορά που πήγε να πάθει συγκοπή όταν είδε τη Ντρεέτα που ανέβηκε στην καρέκλα, με κίνδυνο να πέσει, για να βάλει καναβούρι στο βαζάκι του... Το καναρίνι δεν θα τους συντρόφευε πια. 
Μια νύχτα που ξύπνησε τρομαγμένη, τον έπιασε με τα νυχτικά, με ένα φως στο χέρι να ψάχνει ζητώντας την κακοτυχία (σαν να ήταν κάτι ζωντανό) μέσα στα φλυτζανάκια του καφέ που ήταν γυρισμένα και σε μια γραμμή στο ντουλαπάκι της τραπεζαρίας...
- Φάμπιο, τι κάνεις;
- Σσσσ..., σιωπή, την ξεκάνω, επιτέλους. Σου ορκίζομαι πως αυτή τη φορά την ξεκάνω. Δεν μου τη φκιάνει πια άλλη φορά...
Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και μ' ένα πήδο σαν κατσίκι, έπιασε με τα δύο του χέρια την κοιλιά φωνάζοντας πως την είχε εκεί μέσα στο στομάχι. Άρχισε να τρέχει σ' όλο το σπίτι, μετά κάτω στις σκάλες, μετά έξω στο έρημο δρόμο, στη νύχτα, ουρλιάζοντας, γελώντας... κι ανάμεσα η φωνή της Ντρεέτα καλούσε σε βοήθεια.
_____________________________________
Λουίτζι Πιραντέλλο, Διηγήματα από τις εκδόσεις Διφρος


  Ουτοπία  

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου