Κυριακή, Ιουνίου 28


               

     Οι πειρατές της Πειραϊκής 

Στο Μπόρνεο οι λιμενεργάτες
λέν' θα μας σπάσουνε τις πλάτες
μα και τα πόδια...
εξόδου αν βγούμε,
γιατί.... χοντρά τους βλαστημούμε,
που η μανίλλα* τούς ξεφεύγει,
                   *κάβος
και προς την θάλασσα οδεύει...


Τρομάξανε να την επιάσουν...
και οι μαλάκες θα τη χάσουν,
στη κυριολεξία απ' τα χέρια
γιατί χαζεύαν τη Βαλέρια
που έκανε ηλιοθεραπεία,
τη μαρκόνισά μας που... 

     [στα πλοία, για μπουνιές ήτανε αιτία).



   Με πλήρωμα έντεκα λατσόνες*,       *εθνικότητες
   δυό καλοκαίρια και χειμώνες,
   ήμουν μαζί κάποιο καιρό,
   σε πλοίο κρυφο-πειρατικό...

Mε πιάνει σύγκρυο σωστό,
και μόνο που θα το σκεφτώ...

Δεν ντρέπομαι για να το πω,
μα πειρατής ήμουν και εγώ,
ή έμοιαζα κάπως έτσι,
με το μαχαίρι μου στη μέση,
και με κρυμμένο ένα στιλέτο,
στη τσέπη μου,
                     [ενώ στο πέτο
φόραγα σήμα της ειρήνης.

Ο ''ορισμός της καταισχύνης''
η υποκρισία μου αυτή
και παρακάτω δες γιατί.

Θα πάμε πίσω Μπόρνεο !

Μ' αρπακτικό έμοιαζε όρνεο,
ο εργοδηγός τους στην προβλήτα,
που απειλούσε εμάς στα ίσα,
γιατί τους ρίχναμε βρισιές...


Αναβαθμίζουν.... απειλές,
λεπίδες δείχνουν κοφτερές...

Λεν.. θα μας κόψουν τον λαιμό,
στο πόρτο...
            [έξω... αν βγούμε αυτό,
και τσαμπουκά όλο πουλάνε,
με μίσος αγριοκοιτάνε...

''Τα νταϊλίκια δε περνάνε
σε μάς''
, τους απαντούμε,
''θάρθουμε έξω να τα πούμε,
το βράδυ θα λογαριαστούμε...''

''Κάτω θα σας πατούμε...'',
ακούω τον Ραλφ τον θηριώδη,
που λίγο το μυαλό του κόβει,
να λέει τσαντισμένος
και αναψοκοκκινισμένος....

Ραλφ, ο σημαδεμένος,
ναζί αυτός βαμμένος,
με σβάστικα στο σβέρκο..


Μ' έναν Αρμένη Σέρκο,
κάνανε εγκληματικό ντουέτο,
τρομοκρατώντας και βαρώντας
από το πούπι* έως της μπόμπας*
         *πρύμνη    *βαρούλκο άγκυρας
την άκρη,
           [όποιονε αυτοί 'θέλαν,
στο πλοίο μας...
               [το "Lady Megan "
                  *Λαίδη Μέγκαν


Απ' την προβλήτα πάθαν πλάκα,
που 'μοιαζε ο Ραλφ... ντουλάπα(!)
κι ίσως να το ξανασκεφτούνε
πριν έρθουνε να μετρηθούνε,
με αυτούς τους ''άγριους πειρατές''
που δείχναμε...
με απλυσιές,
αφροντισιά κι αξυρισιές...

Ναι.. ''πειρατές'' με κάποιο τρόπο,
αφού σε εμπολέμων τόπο
πηγαίναμε στο κάθε τόσο,
σαν όλα τα ευκαιριακά,
τα γνώριμα ''πειρατικά'',
που με το φτυάρι απ' το Πειραιά
πλήρωμα, παίρνουν...
                        [τυχοδιώκτες,
που βρίσκουνε κλειστές τις πόρτες
απ' τις ''μεγάλες'' εταιρείες,
γιατί ''....ροπή για φασαρίες''
γράφει, σαν νάναι εγκληματίες
το φύλλο ποιότητος ρουφιάνου
του πρώην κριτή τους καπετάνιου.

Και για αυτούς που δεν γνωρίζουν,
τα φύλλα ποιότητος ''γεμίζουν''
οι καπετάνιοι μες στα πλοία,
πολλές φορες και με κακία,
για κάποιον που δεν τον χωνεύουν
και μ' ανεργία σακατεύουν.

        Ν
ετάραμε* με τις μπογιές                 *τελειώσαμε τα βαψίματα
          κι άλλοι με τις αρματωσιές
          στις μπίγες, με παλάγκα.*
                   *οπλίσαμε τους γερανούς

       
          Σχολάσαμε και...
                               [''Μάγκα
                   ώρα να μετρηθούμε
                   μ' αυτούς που καρτερούνε...''
                   μούπανε, ''μην αργούμε''
.
                             

Β
γήκαμε οπλισμένοι,
με τα μαχαίρια μας ζωσμένοι,
το μόνο όπλο μες τα πλοία,
που οι αρχές, τα τελωνεία,
να έχεις, σου το επιτρέπουν
γιατί 'ναι εμφανές... το βλέπουν,
χρειάζεται για τη δουλειά,
για γάσες,* κόμπους και σκοινιά..
        *θηλιές  των κάβων                

      
Για τη 'δουλειά' ναι μεν.... αλλά,
είναι και για την άμυνά μας,
καθώς συνέχεια είν' σιμά μας,
το κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι έχω μιλήσει... γι αυτό... ήδη.

Σιγά ρε σεις μην φοβηθούμε,
εμείς....
     [που μέρα νύχτα ζούμε
μαζί με πρώην λεγεωνάριους,
φτωχοδιαβόλους, προλετάριους,
και καταδικασμένους...

Πρώην φυλακισμένους,
πρώην και νύν απατεώνες,
καταγωγίων διάφορων θαμώνες.



                
Μιά τέτοια κομπανία
είχα εγώ στα ξένα πλοία
για να γλυτώσω απ' τη πενία.

Έλεγα: χρήμα θα μαζώξω,
φροντίζοντας όμως να σώσω,
'δω μέσα το τομάρι μου...

"Πρόσεχε βρε καμάρι μου'',
με έννοια μούλεγε η δόλια
η μάνα στα Σεπόλια...

Πού νάξερε που έμπαινα
και αν ποτέ θα έβγαινα !

Υπό σημαία ευκαιρίας,
ο ριψοκίνδυνος παρίας,
τα κονομάει χοντρά,
μα... θα τα φάει τα λεφτά,
μόνο, αν σώος τελικά
βγει απ' τα κάτεργα αυτά...

Έτσι, λέν' τ' ανασφάλιστα,
των πειρατών κατάλοιπα,
όπου τα βρίσκεις κάλλιστα,
από μεσίτες στο Πειραιά,
με ένα μάτι όπως παλιά,
με μαύρη τάπα, και λοιπά....

Στη Νοταρά κι άλλα στενά
σου ψιθυράει στα κρυφά,
(γιατί είν΄παράνομα αυτά)
και στ' αμολάει στεγνά...

''Άμα γουστάρεις τετραπλά
από τα τρέχοντα μισθά
και σε δολάρια τα λεφτά,
έλα και δούλεψε σ' αυτά,
θα πάνε όλα μια χαρά,
κι αν φας και κάποια....
                      [μαχαιριά
δεν χάλασε κι ο κόσμος...!''

Των ισχυρών ισχύει ο νόμος,
όπως και μες στις φυλακές,
κρυφές φαλτσέτες κι απειλές...

       Έξω το βράδυ βγήκαμε
       και ξεπουτανιαστήκαμε,

         ήπιαμε και μεθύσαμε,
       βρίσαμε και βριστήκαμε,
       την τύχη σιχτιρίσαμε,
       και φάλτσα τραγουδήσαμε.


Κάποτε αποφασίσαμε,
πίσω να πάμε πάλι
παραπατώντας, ένα χάλι..

Αργά 'χα συνειδητοποιήσει
πως μας την είχαν στήσει.

        Ξύλο πολύ μας ρίξαν...
        τις μούρες μας... τις πρήξαν
        χάμω μάς επατήσαν,
        κι είχανε και βαρύ το χέρι !


        Πρώτος ετράβηξε μαχαίρι,
        και χάραξε ένα κωλομέρι
        σαν βρήκε κάποια ευκαιρία,
        ο Άρνι από τη Δανία...
        πούζησε στην Ωκεανία*,
             *Η Αυστραλία και τα γύρω νησιά
        κι ήταν γνωστός σαν λωποδύτης,
        μαχαιροβγάλτης κι αγιογδύτης...

        Αίφνης η ξένη κομπανία,
        ετράπη σε άτακτη φυγή,
        σαν το μαχαίρι είχε δει,
        προς έκπληξη όλων...
        και εκεί
            [έληξε αυτή η συμπλοκή...

Ο Άρνι, "το κομμένο αυτί"
που λέγανε στη φυλακή...
είχε και μαχαιριά ως το μάτι,
και του αυτιού του ένα κομμάτι
έφυγε, σαν τού τραβήξαν
το σκουλαρίκι και τον αφήσαν,
αναίσθητο σ' ένα μπουρδέλο...

''Πρώτος να την επάρω θέλω...''
και παρακάμπτει τη σειρά
λέγοντας, ''ούτε μιλιά...''
αφού 'χε δει τη 'μορφονιά
ολόγυμνη απ' τη γωνιά
σαν άνοιξε η πόρτα.
Πολλά... ανάψαν φώτα,
στο νου του, θαμπωτικά,
πούταν σβησμένα
από τη Καρθαγένα,
το τελευταίο του λιμάνι.

Αυτόν εμείς τον λέμ' χαρμάνη !
Ξάφνου,
        [μπροστά του είδε το νταβά,
άγριο και τσαμπουκά,
που τούριξε τη μαχαιριά.

Ο Άρνι ήταν σα κουλός...
Πώς να αντισταθεί αυτός,
αφού του πόρτου ο φρουρός
του πήρε με ζόρι το μαχαίρι
όταν... κεφάτος... μεσημέρι,
στη πόλη κίνησε ναρθεί
για περιπέτεια...
              [να φτιαχτεί.
           
Μα μείναμε στη συμπλοκή
όταν λακίσαν οι πολλοί,
που σε εμάς την είχαν στήσει
και είχαν όλους μας τσακίσει...

Τον Άρνι τον συγχαίρουν
οι ναύτες που όλοι φέρουν
σημάδια και πληγές
από μπουνιές και ροπαλιές.

Δυό τρείς πάμε για ράμματα,
κι έτσι τα χαράματα
γυρίσαμε στο πλοίο,
που ήδη το φορτίο
ολόκληρο είχαν πάρει,
τα αμπάρια είχαν σπατσάρει
            *είχανε κλείσει τ' αμπάρια
τους κάβους είχαν βιράρει*              *είχανε τραβήξει τα λυμένα σκοινιά
και έτοιμο ήταν να σαλπάρει...
             



Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". βιωματικό έμμετρο έργο 
του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 117 / e-mail: pmataragas@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga







  Utopia  

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου