Σάββατο, Μαρτίου 21



Pablo Neruda


           Bestiario*

    θα ήθελα να μιλάω με τα πουλιά,

    με τα όστρακα και με τις σαλαμάντρες,
    με τις αλεπούδες της Σέλβα Οσκούρα
    τους υποδειγματικούς πιγκουίνους,
    θά 'θελα τ' αρνάκια να με καταλάβαιναν,
    κι οι πυκνότατοι σκύλοι,
    και τ' άλογα που βάζουν σα κάρα,
    αν με τους γάτους κουβέντιαζα!
    Αν μ' άκουγαν οι κότες!

    Δε σκέφτηκα ποτέ να μιλήσω

    μαζί με ζώα πολύ κομψά:
    Δεν μ' ενδιαφέρει τι σκέφτονται οι σφήκες,
    τα καθαρόαιμα της κούρσας,
    ας τα βολέψουνε πετώντας
    και τρέχοντας ας κερδίζουν ρούχα!

    Θέλω με μύγες να μιλήσω

    και με τη σκύλα που μόλις γέννησε,
    να κουβεντιάσω με τα ερπετά.

    Μόλις μπόρεσα να περπατήσω

    μέσα σε τρία μεσάνυχτα που φύγαν πια,
    του βραδυνούς σκύλους ακολούθησα
    εκείνους του βρώμικους κι αδύνατους αλήτες,
    που ταξιδεύουν με τα πόδια,
    σιωπηλά και βιαστικά
    αλλά ποτέ για πουθενά,
    πολλές ώρες τους ακολούθησα,
    μα δεν απόχτησα την εμπιστοσύνη τους
    κι έτσι έχασαν την την ευκαιρία,
    οι άμυαλοι φτωχοί μου σκύλοι,
    να μου πουν την ιστορία τους,
    να τρέξουνε με λύπη και με ουρά
    μέσα απ' τους δρόμους των φαντασμάτων.

    Πάντα ήμουν περίεργος

    για το ερωτικό κουνέλι:
    Ποιός το προτρέπει;
    Ποιος ψιθυρίζει μέσ' τα γεννητικά του αυτιά;
    Κι αυτό αδιάκοπα γεννάει,
    ξεχνάει τον Άγιο Φραγκίσκο
    και δεν ακούει τις κουταμάρες.
    Κι όλο ανεβοκατεβαίνει
    ο ανεξάντλητος οργανισμός του.
    Με το κουνέλι θάθελα να φλυαρήσω,
    Μ' αρέσουν τα τρελλά του τα συνήθεια.

    Έχουν ξεπέσει οι αράχνες

    μέσα σ' ανόητες φυλλάδες
    κάποιων άμυαλων απλοϊκών
    που τις κοιτάζουν με μάτι μύγας,
    τις περιγράφουν αδηφάγες,
    σαρκομανείς, άπιστες, ασελγείς
    και σεξουαλικές.

    Εγώ νομίζω ότι η φήμη αυτή
    απεικονίζει του φημολογούντες.

    Για μένα η αράχνη είναι ένας μηχανικός,
    ένας θαϊκός ρολογάς.
    Για λίγες μύγες πάνω κάτω
    ας συχαίνονται οι βλάκες,
    μαζί της θέλω να κουβεντιάσω,
    και να μου υφάνει ένα αστέρι.

    Μ' ενδιαφέρουν τόσο οι ψύλλοι
    που ώρες πολλές τους αφήνω
    και με τσιμπάνε.
    Είναι αρχαίοι, τέλειοι
    είναι μηχανές, αναπόφευκτες.
    Δεν μας τσιμπάνε να μας φάνε,
    τσιμπάνε μόνο για να πηδήξουν,
    είναι οι άλτες του διαστήματος,
    οι ντελικάτες, οι ακροβάτες
    του πιο σοφού κι ωραίου τσίρκου.
    Θέλω στο δέρμα μου να καλπάζουν
    τις συγκινήσεις τους να μου μεταδόσουν
    να διασκεδάζουν με το αίμα του,
    αλλά κάποιος πρέπει να μου τους παρουσιάσει:
    Θέλω από κοντά να τους γνωρίσω,
    θέλω να ξέρω τι στάση να κρατήσω.

    Ποτέ δεν μπόρεσα με μηρυκαστικά

    βαθύτερα να γίνω φίλος, 
    κι όμως κι εγώ είμαι μηρυκαστικό 
    και δεν καταλαβαίνω γιατί δε με νοιώθουν.
    Αυτό το θέμα πρέπει να εξετάσω
    βόσκοντας μ' αγελάδες και δαμάλια,
    κάνοντας σχέδια με τους ταύρους.

    Κάποιο τρόπο θα βρω όμως για να μάθω

    πράγματα μυστικά σα σπλάγχνα,
    που βρίσκονται βαθιά κρυμμένα,
    σαν τα παράνομα τα πάθη.

    Άραγε τι σκέφτεται το γουρούνι για την αυγή;

    Δεν την τραγουδάνε, αλλά τη στηρίζουν
    με τα μεγάλα ρόδινά τους σώματα
    και τα μικρούτσικα γερά τους ποδαράκια.
    Την αυγή τη στηρίζουν τα γουρούνια.
    Τη νύχτα την τρώνε τα πουλιά.

    Και το πρωί είν' έρημος ο κόσμος.

    Οι αράχνες, οι σκύλοι, οι άνθρωποι
    κι ο άνεμος κοιμούνται,
    τα γουρούνια γρυλλίζουνε
    κι έρχεται καινούργια μέρα.

    Θέλω να μιλήσω με τα γουρούνια.


    Βραχνά βατράχια, γλυκά μα βουερά,

    πάντα θέλησα για μια μόνο μέρα να γίνω βάτραχος,
    πάντα αγάπησα το βάλτο και τα φύλλα
    που είναι λεπτά σα νηματάκια,
    του κάρδαμου τον πρασινόκοσμο
    και τους αφέντες τ' ουρανού, τους βάτραχους.

    Η σερενάτα των βατράχων

    ανεβαίνει στον ύπνο μου, και τον δυναμώνει,
    ψηλά πάει σαν την περικοκλάδα
    μέχρι τα μπαλκόνια των παιδικών μου χρόνων,
    μέχρι τις ρόγες της ξαδέλφης μου,
    μέχρι τα αστρονομικά τα γιασεμιά
    της σκοτεινής νυχτιάς του Νότου
    και τώρα που ο καιρός έχει περάσει
    μη με ρωτάτε για τον ουρανό:
    σκέφτομαι πως δεν έχω μάθει ακόμα
    τη βραχνή γλώσσα των βατράχων.

    Κι αν είν' έτσι, πως είμαι ποιητής;

    Τι ξέρω απ' την πολλαπλασιαζόμενη
    γεωγραφία της νύχτας;

    Σ' αυτό τον κόσμο που τρέχει και σωπαίνει,

    θέλω πιο πολλές γνωριμίες,
    θέλω άλλες γλώσσες, άλλα σήματα,
    θέλω να γνωρίσω αυτό τον κόσμο.


    Όλοι έμειναν ευχαριστημένοι
    με τις άσχημες εμφανίσεις
    βίαιων κεφαλαιοκρατών
    και συστηματικών γυναίων.

    Θέλω με πολλά πράγματα να κουβεντιάσω
    και δε θα φύγω απ' αυτό τον κόσμο
    δίχως να μάθω γιατί ήρθα,
    δίχως να καταλάβω αυτό το θέμα,
    και δε με φτάνουν πια τα πρόσωπα,
    ακόμα μακρύτερα πρέπει να πάω,
    ακόμα πιο κοντά πρέπει νά 'ρθω.

    Γι' αυτό άνθρωποι,
    πρέπει να κουβεντιάσω μ' ένα άλογο,
    κι ο ποιητής μη με παραξηγήσει,
    κι ο καθηγητής ας με συγχωρέσει,
    όλη η βδομάδα μου είναι γεμάτη,
    έχω ν' ασχοληθώ με πολλά πράγματα.

    Αλήθεια, πως λεγότανε εκείνος ο γάτος;

      *Λατινική λέξη που σημαίνει "θηριομάχος". 
       Στο μεσαίωνα σήμαινε 'συλλογή μύθων για ζώα". 
__________________________________________________

P. Neruda




Utopia 

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου