Τετάρτη, Μαρτίου 25




Herman Hesse


     ΓΛΩΣΣΑ
Διήγημα     
    
    Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ' όσο οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται —ή πολύ περισσότερο να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο.

Με φθόνο σκέφτεται το ζωγράφο που η γλώσσα του —τα χρώματα— μιλάει το ίδιο κατανοητά σε όλους τους ανθρώπους από το Βόρειο Πόλο μέχρι την Αφρική ή σκέφτεται με φθόνο το μουσικό που οι τόνοι του μιλάνε κάθε ανθρώπινη γλώσσα και που πρέπει να τον υπακούνε τόσες γλώσσες, μεμονωμένες και διαφορετικές, από τη μονόφωνη μελωδία μέχρι την εκατοντάφωνη ορχήστρα, από το κόρνο μέχρι το κλαρινέτο, από το βιολί μέχρι την άρπα.

Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική! Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες. 
Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής!

Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι. Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα! 
Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ' αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς. Όταν μιλάει για «μακαριότητα», διεισδύει στην έκφραση του αυτή κάτι από θεολογία. 
Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά, που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές, εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε.

Αν, λοιπόν, κατεργάρης είναι όποιος προσφέρει περισσότερα απ' όσα έχει, ένας ποιητής δεν μπορεί πότε να είναι κατεργάρης. Δεν υπάρχει ούτε ένα δέκατο ούτε ένα εκατοστό απ’ όσα θα ήθελε να δώσει και είναι ευχαριστημένος αν ο ακροατής τον καταλαβαίνει έτσι από μακριά, έτσι παρεμπιπτόντως, έτσι γενικά ή τουλάχιστον δεν τον παρανοεί με αγροίκο τρόπο στα πιο σημαντικά που εκφράζει. 
Περισσότερα απ’ αυτό σπάνια πετυχαίνει ο ποιητής. Και παντού όπου ένας ποιητής αποκομίζει έπαινο ή κατάκριση, παντού όπου έχει επίδραση στους άλλους ή όπου λοιδορείται από τους άλλους, παντού όπου τον αγαπούν ή τον απορρίπτουν, παντού, δε μιλάνε για τις σκέψεις του και για τα όνειρά του καθαυτά παρά μόνο για το ένα εκατοστό απ’ αυτά που μπόρεσε να περάσει από το στενό; κανάλι της γλώσσας και της περιορισμένης κατανόησης από τον
αναγνώστη.

Γι' αυτό αμύνονται οι άνθρωποι τόσο τρομερά, σε αγώνα ζωής και θανάτου, όταν ένας καλλιτέχνης ή μια ολόκληρη νεολαία από καλλιτέχνες δοκιμάζουν καινούριες εκφράσεις και καινούριες γλώσσες και απειλούν έτσι τα οδυνηρά δεσμά των άλλων. 
Για το συμπολίτη η γλώσσα είναι (κάθε γλώσσα που με μόχθο έχει μάθει, όχι μοναχά η γλώσσα των λέξεων) κάτι το ιερό και απαραβίαστο. 
Για το συμπολίτη είναι ιερό και απαραβίαστο καθετί που είναι κοινό και ομαδικό, καθετί που μοιράζεται με πολλούς ή και με όλους, καθετί που δεν του θυμίζει ποτέ μοναξιά, γέννηση και θάνατο, το πιο εσώτερο Εγώ του. 
Οι συμπολίτες έχουν κι αυτοί, όπως ο ποιητής, το ιδανικό μιας παγκόσμιας γλώσσας. 
Όμως η παγκόσμια γλώσσα των αστών δεν είναι σαν εκείνη που ονειρεύεται ο ποιητής. Δεν είναι ένα παρθένο δάσος γεμάτο πλούτο, δεν είναι μια απέραντη ορχήστρα παρά μια απλοποιημένη γλώσσα με τηλεγραφικά σύμβολα σαν το αλφάβητο Μορς που η χρησιμοποίηση της απαλλάσσει από μόχθο, από λέξεις και από χαρτί και δεν εμποδίζει με χάσιμο χρόνου το να κερδίζει κανείς λεφτά. 

Αχ, με ποίηση, με μουσική και με τέτοια πράγματα εμποδίζεται πάντοτε το κέρδος σε χρήμα!

Όταν, λοιπόν, ο συμπολίτης έχει μάθει μια γλώσσα που τη θεωρεί σαν γλώσσα της Τέχνης, είναι ευχαριστημένος. Νομίζει ότικαταλαβαίνει και κατέχει την Τέχνη και γίνεται έξω φρενών όταν πληροφορείται ότι αυτή η γλώσσα που με τόσο μόχθο έμαθε ισχύει μοναχά για μια πάρα πολύ μικρή επαρχία της Τέχνης. 

Στον καιρό τωνπαππούδων μας υπήρχαν μορφωμένοι άνθρωποι που πάσχιζαν να κάνουν ν’ αναγνωριστεί στη μουσική και ο Μπετόβεν δίπλα στον Μότσαρτ και στον Χάιντν. Μέχρι εκεί «συμπορεύονταν». 
Όταν όμως παρουσιάστηκαν ο Σοπέν και ο Λιστ και ο Βάγκνερ και απαιτήθηκε να μάθουν οι αστοί μια καινούρια γλώσσα, να προχωρήσουν νεανικά και επαναστατικά, ελαστικά και χαρούμενα, σε κάτι το καινούριο, έδειξαν βαθιά αγανάχτηση και το θεώρησαν αυτό σαν ξεπεσμό της Τέχνης και σαν εκφυλισμό της εποχής στην οποία ήταν καταδικασμένοι να ζήσουν. 

Όπως έγινε τότε μ' αυτούς τους καημένους ανθρώπους γίνεται σήμερα πάλι με πολλές χιλιάδες άλλους. Η Τέχνη δείχνει καινούριους ήχους και σχήματα, έχει απηυδήσει από το να εξακολουθεί να μιλάει τη γλώσσα του χτες και του προχτές, θέλει κάποτε να χορέψει, να υπερβεί τα εσκαμμένα, να φορέσει στραβά το καπέλο της και να προχωρήσει με ζιγκ-ζαγκ.

Και οι συμπολίτες γίνονται έξω φρενών γι' αυτό, νιώθουν ότι τους έχουν χλευάσει και έχουν αμφισβητήσει ριζικά την αξία τους, ρίχνονται στους νεωτεριστές με υβριστικά λόγια και τραβάνε μέχρι επάνω απ' τ' αφτιά τους το κάλυμμα της παιδείας τους. Ο ίδιος αστός που τρέχει στα δικαστήρια όταν θιγεί και προσβληθεί έστω και στο ελάχιστο η προσωπική του αξιοπρέπεια γίνεται τώρα εφευρετικός σε τρομερές προσβολές των άλλων.

Όμως αυτή η μανιασμένη οργή και η άκαρπη διέγερση δεν ελευθερώνει τον αστό, δεν αποφορτίζει και δεν εκκαθαρίζει τον εσωτερικό του κόσμο, δεν εξαφανίζει με κανένα τρόπο την εσωτερική αναταραχή και δυσθυμία του. 
Αντίθετα, ο καλλιτέχνης, που δεν έχει να καταμαρτυρήσει στον αστό λιγότερα απ’ όσα αυτός σ' εκείνον, ο καλλιτέχνης μπαίνει στον κόπο να ψάξει και επινοεί και μαθαίνει για την έκφραση της οργής του, της περιφρόνησης του και της πικρίας του μια καινούρια γλώσσα. Νιώθει ότι η εξύβριση δεν ωφελεί σε τίποτα και βλέπει ότι αυτός που βρίζει βρίσκεται εν αδίκω. 
Και επειδή στην εποχή μας δεν έχει άλλο ιδανικό παρά το ιδανικό του εαυτού του και μόνο, επειδή δε θέλει και δεν επιθυμεί τίποτα άλλο απ’ το να μείνει ο εαυτός του και να εκφράσει και να κάνει ό,τι η Φύση έχει βάλει μέσα του, δημιουργεί από την εχθρότητά του προς τον αστό το όσο το δυνατόν πιο προσωπικό, το όσο το δυνατόν πιο ωραίο, το όσο το δυνατόν πιο εύγλωττο. Εκφράζει την οργή του όχι με φαρμακερή γλώσσα παρά με μια έκφραση που ζυμώνει και διαμορφώνει μέσα του και που είναι είτε μια καινούρια ειρωνεία είτε μια καινούρια καρικατούρα, ανοίγει έναν καινούριο δρόμο για να μεταμορφώσει το δυσάρεστο και τη δυσφορία του σε κάτι το ευχάριστο και το ωραίο.

Πόσες απέραντα πολλές γλώσσες έχει η φύση και πόσα απέραντα πολλές δημιούργησαν οι άνθρωποι! Οι μερικές χιλιάδες στοιχειώδεις γραμματικές που δημιούργησαν οι λαοί ανάμεσα στα σανσκριτικά και στα βόλαπικ (Παγκόσμια βοηθητική γλώσσα που δημιουργήθηκε το 1879 από τον J.M. Schleyer. Αντικαταστάθηκε από την εσπεράντο.) είναι φτωχικά επιτεύγματα. 
Είναι φτωχικά γιατί σε όλες τις περιπτώσεις αρκέστηκαν μόνο στα απολύτως απαραίτητα, και αυτά που οι πολίτες θεωρούν μεταξύ τους σαν απολύτως απαραίτητα είναι πάντοτε το να κερδίζουν λεφτά, να φτιάχνουν ψωμί και τα παρόμοια. 
Με αυτές τις απασχολήσεις δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν   γλώσσες. Ποτέ δεν μπόρεσε μια ανθρώπινη γλώσσα (εννοώ μια γραμματική) να φτάσει έστω και κατά το ήμισυ τη λαμπρότητα και το πνεύμα που σπαταλάει μια γάτα στους ελιγμούς της ουράς της ή ένα παραδείσιο πουλί για το ασημοστόλισμα των νυφικών του ρούχων.

Κι όμως, μόλις ο άνθρωπος έγινε ο εαυτός του και όχι μιμητής των μελισσών και των μυρμηγκιών, ξεπέρασε το παραδείσιο πουλί και τη γάτα και όλα τα ζώα ή τα φυτά. Επινόησε γλώσσες που εκφράζουν πολύ καλύτερα απ' όσο τα γερμανικά, τα ελληνικά ή τα ιταλικά. 
Με μαγικό τρόπο δημιούργησε θρησκείες, αρχιτεκτονικές, ζωγραφικές, φιλοσοφίες, μουσική, που το εκφραστικό παιχνίδι τους και ο χρωματικός πλούτος τους ξεπερνούν κατά πολύ όλα τα παραδείσια πουλιά και όλες τις πεταλούδες. 
Όταν σκέφτομαι «ιταλική ζωγραφική», πώς ακούγεται αυτό πλούσιο και χιλιόπλευρο!
Χορωδίες γεμάτες ευλάβεια και γλυκύτητα, όργανα κάθε λογής με ήχους γεμάτους μακαριότητα, ευωδιά από γεμάτη ευσέβεια δροσεράδα μέσα σε μαρμαρένιες εκκλησίες, καλόγεροι που γονατίζουν κατανυκτικά και ωραίες γυναίκες που κυριαρχούν βασιλικά σε θερμά τοπία. Ή όταν σκεφτώ «Σοπέν»: ήχοι πέφτουν απαλά και μελαγχολικά μέσα στη νύχτα σαν μαργαριτάρια, μοναχική 
ακούγεται η παραπονιάρικη νοσταλγία από την ξενιτιά με τον ήχο των χορδών, οι πιο προσωπικοί πόνοι εκφράζονται με αρμονίες και δυσαρμονίες απέραντα πιο σωστά και πιο λεπτά απ’ όσο μπορεί να εκφραστεί η κατάσταση κάποιου άλλου που υποφέρει δοσμένη μ' όλες τις επιστημονικές λέξεις, αριθμούς και τύπους.

Ποιος πιστεύει ότι ο Βέρθερος και ο Βίλελμ Μάιστερ έχουν γραφτεί στην ίδια γλώσσα; Ότι ο Ζαν Πολ μίλησε την ίδια γλώσσα με εκείνη των δασκάλων μας στα σχολεία; Κι αυτοί είναι ποιητές!

Έπρεπε να δουλέψουν με μια γλώσσα φτωχή και στεγνή, έπρεπε να δουλέψουν μ' ένα εργαλείο που ήταν φτιαγμένο για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Πρόφερε τη λέξη «Αίγυπτος» και θ' ακούσεις μια γλώσσα που εξυμνεί το Θεό με επιβλητικές, χαλκόηχες συγχορδίες, γεμάτη από την αίσθηση του Αιώνιου και γεμάτη φόβο για το πεπερασμένο: βασιλιάδες κοιτάζουν με πέτρινα μάτια αδυσώπητα πάνω από εκατομμύρια σκλάβους και πάνω από όλα και πέρα από όλα δε βλέπουν παρά πάντοτε το θάνατο με το σκοτεινό μάτι. 
Ιερά ζώα κοιτάζουν με ακίνητη ματιά σοβαρά και γήινα. Λουλούδια λωτού ευωδιάζουν γλυκά στα χέρια χορευτριών. 
Ένας κόσμος, ένας αστροφώτιστος ουρανός γεμάτος κόσμους, είναι αυτό το «Αίγυπτος», μπορείς να ξαπλωθείς ανάσκελα και επί ένα μήνα να μη βλέπεις με τη φαντασία σου παρά αυτό και μόνο. Αλλά ξαφνικά σου έρχεται κάτι άλλο στο νου. 
Ακούς το όνομα «Ρενουάρ» και χαμογελάς και βλέπεις ολόκληρο τον κόσμο ν' αναλύεται με στρογγυλές κινήσεις του χρωστήρα ρόδινος, φωτεινός, χαρωπός. 
Και λες «Σοπενχάουερ» και βλέπεις αυτόν τον ίδιο κόσμο να
απεικονίζεται με χαρακτηριστικά ανθρώπων βασανισμένων που σε νύχτες αγρύπνιας έχουν κάνει την οδύνη θεότητά τους και που με σοβαρά πρόσωπα πορεύονται σαν προσκυνητές σ' ένα μακρύ σκληρό δρόμο που οδηγεί σ' έναν ατέλειωτα σιωπηλό, ατέλειωτα πενιχρό, θλιβερό παράδεισο. 
Ή σου έρχεται στο νου ο ήχος «Βαλτ και Βουλτ» και ολόκληρος ο κόσμος Ζαν-πολικά —ευλύγιστος μαζεύεται γύρω από μια γερμανική φωλιά στενοκέφαλων όπου η ψυχή της ανθρωπότητας, χωρισμένη σε δυο αδέρφια— τον Βαλτ και τον Βουλτ —βαδίζει ανέμελα μέσα από το όνειρο φόβου μίας παράξενης διαθήκης και τις ίντριγκες ενός πλήθους σχολαστικών.
Ευχαρίστως συγκρίνει ο αστός τους ονειροπόλους με τους
τρελούς. Ο αστός διαισθάνεται σωστά ότι ο ίδιος θα έπρεπε να τρελαθεί αμέσως αν άφηνε τον εαυτό του να κοιτάξει — όπως κάνει ο καλλιτέχνης, ο φιλόσοφος, ο θρησκευόμενος— μέσα στο βάραθρο του εσωτερικού εαυτού του. 
Μπορεί αυτό το βάραθρο να το ονομάζουμε ψυχή ή Ασυνείδητο ή ό,τι άλλο, απ' αυτό όμως ξεκινάει κάθε κίνηση της ζωής μας. 
Ο αστός έχει τοποθετήσει ανάμεσα στον εαυτό του και στην ψυχή του ένα φρουρό, το Συνειδητό, μια Ηθική, μια Υπηρεσία Ασφαλείας, και δεν αναγνωρίζει τίποτα από όσα
έρχονται απ' αυτό το βάραθρο της ψυχής χωρίς να έχει πρώτα σφραγιστεί απ' αυτή την Υπηρεσία Ασφαλείας. 

Ο καλλιτέχνης όμως κατευθύνει τη μόνιμη δυσπιστία του όχι εναντίον της χώρας της ψυχής αλλά ακριβώς εναντίον κάθε συνοριακής Υπηρεσίας και μπαινοβγαίνει κρυφά ανάμεσα στο Εδώ και στο Εκεί, ανάμεσα στο Συνειδητό και στο Ασυνείδητο, νιώθοντας και στα δυο σαν στο σπίτι του.

Αν μείνει από την εδώ πλευρά, από τη γνωστή ορατή πλευρά όπου κατοικεί και ο αστός, τότε τον καταπιέζει ανείπωτα η φτώχεια όλων των γλωσσών και το να είναι ποιητής τού φαίνεται μια ζωή γεμάτη αγκάθια. 
Αν όμως μείνει από την άλλη πλευρά, στη χώρα της ψυχής, τότε του νεύουν μαγικά λέξη με τη λέξη όλοι οι ζωογόνοι άνεμοι, τα αστέρια του τραγουδούν και τα βουνά του χαμογελούν και ο κόσμος είναι τέλειος κι εκεί είναι η γλώσσα του Θεού. 
Εκεί δε λείπει καμιά λέξη και κανένα ψηφίο, εκεί μπορούν να ειπωθούν τα πάντα, εκεί όλα αντηχούν υπέροχα, εκεί όλα είναι λυτρωμένα.
_______________________

 * Έρμαν Έσσε, Herman Hesse, Γερμανός λογοτέχνης. Γεννήθηκε στο Καλβ (Calw) της Βυρτεμβέργης στη Γερμανία το 1877. Ξεκίνησε να εργάζεται ως βιβλιοπώλης και, παράλληλα, συνέγραφε. Έγινε γρήγορα γνωστός με τα ποιήματα και τα μυθιστορήματά του.  
Το 1946 τιμήθηκε με το βραβείο Γκαίτε και το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας και το 1955 με το βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Συνδέσμου Εμπορίας Βιβλίων. Απεβίωσε στις 9 Αυγούστου του 1962.

Utopia

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου