Κυριακή, Μαρτίου 1




Ένας Κένταυρος ο Κόσμος

   Φυσάει ουρανού και γης και μέσα στην καρδιά μας και στην καρδιά του κάθε ζωντανού μια γιγάντια πνοή... την είπαμε Θεό.  Μια πνοή μεγάλη, μια Κραυγή μεγάλη ! 
   Το φυτό ήθελε ασάλευτο να κοιμάται δίπλα στα λιμνασμένα νερά· μα η Κραυγή τινάζονταν μέσα του, του ταρακουνούσε τις ρίζες: 
   - «Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!»  
Αν το δέντρο μπορούσε να στοχαστεί και να κρίνει, θα φώναζε: 
   - «Δε θέλω, που με σπρώχνεις; Ζητάς τ’ αδύνατα!» 
Μα η Κραυγή ταρακουνούσε τις ρίζες, ανήλεη, φώναζε: 
   - «Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!»

   Φώναζε χιλιάδες αιώνες· και να, πεθυμώντας, αγωνιώντας, η ζωή ξέφυγε από το ασάλευτο δέντρο, λυτρώθηκε.  Πρόβαλε το ζώο, βολεύτηκε μέσα στα νερά, μέσα στη λάσπη, σκούληκας. «Καλά είμαι εδώ, ησυχία, ασφάλεια, δεν το κουνώ!»
   Μα η φοβερή Κραυγή καρφώθηκε ανήλεη απάνω στα νεφρά του: 
   - «Φεύγα από τη λάσπη, σηκώσου ορθός, γέννησε ανώτερό σου!» 
   - «Δε θέλω, δεν μπορώ! Εσύ δεν μπορείς, μα εγώ μπορώ· σήκω απάνω!»
   Χιλιάδες αιώνες, και να, ξεπρόβαλε, τρεμάμενος απάνω στ’ άπηχτα ακόμα πόδια του, ο άνθρωπος.

   Ένας Κένταυρος ο κόσμος· τ’ αλογίσια πόδια είναι καρφωμένα στη γης, μα το σώμα του, από το στήθος ως το κεφάλι, το τυραννάει και το δουλεύει η ανελεήμονη Κραυγή· μάχεται, χιλιάδες πάλι αιώνες, να βγει από το θηκάρι του ζώου, σαν σπαθί. Μάχεται, αυτός είναι ο καινούργιος του αγώνας, να βγει κι απ’ το θηκάρι του ανθρώπου.
   - «Που να πάω; φωνάζει απελπισμένος ο άνθρωπος· έφτασα στην κορφή· παραπέρα το χάος.»
   - «Παραπέρα είμαι εγώ· σηκώσου απάνω !»

Κάθε πράγμα είναι Κένταυρος· αν δεν ήταν, ο κόσμος θα σάπιζε ακίνητος και στείρος.

_____________________________________

Νίκος Καζαντζάκης - Αναφορά στον Γκρέκο

 Ουτοπία 

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου