Σάββατο, Ιανουαρίου 3




   
   H νεαρή γυναίκα έχει κάποια χρόνια που έχει φύγει από το πατρικό της, όταν ξεκίνησε τη δικιά της ζωή. 
   Έχει κάμποσο καιρό να δει τη μητέρα της... 
Αναβάλει από μέρα σε μέρα την επίσκεψη, φοβόταν ότι θα την καταλάβαινε μόλις την έβλεπε.. από το ύφος της, δεν θα μπορούσε να της κρύψει τα συναισθήματα της...
   Πόσο αναστατωμένη και κουρασμένη ένιωθε... Λες και όλα τα προβλήματα του κόσμου την είχαν βάλει στόχο... 
   Δεν ήθελε, να δει και η μητέρα της, το πόσο άτυχη ήταν τελικά... 

   Παρ' όλα αυτά, μια μέρα τ' αποφάσισε... και όχι μόνο πήγε αλλά αποφάσισε και να μοιραστεί μαζί της τούς προβληματισμούς της και την απογοήτευση που ένιωθε τον τελευταίο καιρό με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε.
   Της μίλησε για όλα, για τη ζωή της και πως τα πράγματα ένιωθε ότι ήταν πάνω από τις δυνάμεις.
   Δεν ήξερε πως να βελτιώσει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. 
   Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο καινούριο προέκυπτε.

   Η μητέρα της την έμενε σιωπηλή, την άκουγε και την άκουγε... 
   Κάποια στιγμή ή νεαρή γυναίκα σταμάτησε να μιλάει...
   Η μητέρα της σηκώθηκε, κατευθύνθηκε στην κουζίνα ζητώντας από την κόρη της να την ακολουθήσει...

   - Έλα μαζί μου... έχω να σου δείξω κάτι...

    Η κόρη της υπάκουσε, ένιωθε εξαντλημένη, τόση ώρα έβαλε όλη τη τέχνη της στη διήγηση να περιγράφει τη δυστυχία της.... την ακολούθησε στην κουζίνα. 
   Τη βλέπει να γεμίζει τρία δοχεία με νερό και να βάζει το κάθε ένα σε δυνατή φωτιά. 
   Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.

   Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο αυγά και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν συνεχίζοντας να μην μιλάει... ούτε μία λέξη.


   Μετά από λίγη ώρα έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ’ το νερό και τα έβαλε σ’ένα μπολ. 
   Έβγαλε τα αυγά και τα έβαλε σε ένα άλλο μπολ. 
    Μετά τράβηξε τον καφέ απ’ τη φωτιά και τον έβαλε σε ένα φλυτζάνι. Γυρνώντας στην κόρη της τη ρώτησε:

   - Πες μου τι βλέπεις;
   - Καρότα, αυγά και καφέ!, απάντησε εκείνη απορημένη.


   Η μητέρα της την προτρέπει να πλησιάσει πιο κοντά 

και  ν’ αγγίξει τα καρότα. 
   Η νεαρή γυναίκα υπάκουσε πάλι...  τώρα πια ήταν πολύ περίεργη, δεν καταλάβαινε τίποτα. Έκανε ότι της είπε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. 

   Μετά η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. 
   Εκείνη υπομονετικά, το ξεφλούδισε προσεκτικά και παρατήρησε πως το αυγό ήταν σφιχτό. 
   
   Στο τέλος η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της να πιεί μια γουλιά καφέ… 
   Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύριζε το πλούσιο άρωμά του. Μετά ρώτησε:
   - Τι σημαίνουν όλα αυτά, μητέρα θα μου πεις επιτέλους ή θα φύγω ;

   Η μητέρα της χαμογέλασε με τον δικαιολογημένο εκνευρισμό της κόρης της. 
   Πήγε κοντά της την αγκάλιασε και άρχισε να της μιλάει...  της εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή, το βραστό νερό. 
   Το κάθε ένα, όμως, αντέδρασε διαφορετικά.

   Το καρότο αρχικά μπήκε στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε κι έγινε αδύναμο. 

   Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα προστάτευε το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτηση στο βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε.
   Όμως, οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!




  Utopia  

4 σχόλια :