Παρασκευή, Ιανουαρίου 23

Πίνακας, Μουρατίδου




   
Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι. Ντρεπόταν γι’ αυτήν, κι ώρες – ώρες ένιωθε τόσο άβολα όταν την έβλεπαν και οι άλλοι... που μπορεί και να τη... μισούσε! 
   Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη. 
   Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους. 
   Όμως ο νεαρός φοιτητής δεν ήθελε να του μιλάει, για να μη μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με ένα μάτι, μονόφθαλμης. 
Όποτε τύχαινε και την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα, οι φοιτήτριες, έφευγαν γρήγορα...  Του είχαν πει μια δυο φορές -πράγμα που τον έκανε να νιώθει χειρότερα- πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα

   Το πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του, το είχε από τότε που θυμάται τον εαυτό του! 
   Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο Δημοτικό, που πέρασε στο διάλειμμα να του πει ένα ‘γεια’, ένιωσε πολύ ταπεινωμένος! 
   Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό; αναρωτιόταν. Την αγνόησε. Της έριξε μόνο ένα βλέμμα όλο απόρριψης, μπορεί και περιφρόνησης κι έτρεξε μακριά!

   Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε:    - «Εεεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!» Ήθελε να πεθάνει! ‘Ήθελε να εξαφανιστεί! Και όταν γύρισε σπίτι του, της είπε: 

   - «Μην ξανάρθεις στο σχολείο... Κι αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου, τότε καλύτερα... να πεθάνεις!» 
Η μητέρα του δεν του απάντησε.

   - «Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε πολλά χρόνια μετά σ’ ένα φίλο του.
«Ήθελα να φύγω από κείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Καλύτερα να μην την είχα !  
Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού; Διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά της για σπουδές. Και τα κατάφερα. Μα με κυνήγησε ... Λίγο μετά ήρθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη φοιτητική λέσχη»

   Αργότερα παντρεύτηκε! Αγόρασε δικό του σπίτι. Έκανε δύο παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του και τη δουλειά του. 
   Ένιωθε ότι είχε βρει την ισορροπία του πια,  αλλά για τη μάνα του, τσιμουδιά σε κανένα! 
   Πέρασαν λίγα χρόνια και μια μέρα, η μητέρα του αποφάσισε να δει, να γνωρίσει τα εγγόνια της. Τον αναζήτησε, τον βρήκε και ένα πρωί... νάτην έξω από την πόρτα του να χτυπάει το κουδούνι.... 
Μόλις εμφανίστηκε στη πόρτα, τα παιδιά του, που δεν την είχαν ξαναδεί... που δεν ήξεραν κάν την ύπαρξή της, άρχισαν να γελάνε. 
Ο γιος γίνεται έξαλλος... Είχε τολμήσει να εμφανιστεί χωρίς να του το ζητήσει, χωρίς να τον προειδοποιήσει. Μια ακόμα φορά τον είχε κάνει να νιώσει άβολα... Πολύ νευριασμένος της φωνάζει: 
   - «Πώς τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά εδώ στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Επιτέλους θέλω να φύγεις από τη ζωή μου!.»

   Η μητέρα του χωρίς να ταραχτεί είπε με δυνατή φωνή έτσι ώστε να την ακούσουν όλοι: 
   - «Αχ, πόσο λυπάμαι Κύριε! Μάλλον μου δώσανε λάθος διεύθυνση»!  Γύρισε και απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα.  Φυσικά τα μικρά δεν κατάλαβαν τίποτα. Κανείς δεν ήξερε να τους πει, πως ήταν η μονόφθαλμη γυναίκα ήταν η γιαγιά τους.

   Πέρασαν χρόνια και μια μέρα λαβαίνει μια επιστολή- πρόσκληση για μια σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το Δημοτικό σχολείο που θα πήγαινε όταν ήταν μικρός. Η συνάντηση θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε! 
Ήθελε να πάει, αλλά έπρεπε να το φέρει στα μέτρα του. Λέει ψέματα στη γυναίκα του, ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι. 
Όλα πήγαν μια χαρά... Συγκινήσεις, αλλαγμένα πρόσωπα... Άλλους τους αναγνώρισε άλλους όχι. 
   Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, τα βήματά του σχεδόν μόνα τους τον οδήγησαν στο σπίτι που μεγάλωσε...

Κοιτώντας το απ' έξω του φάνηκε μάλλον  εγκαταλειμένο... Μία γειτόνισα...  τον ενημερώνει ότι η μητέρα του πέθανε, όχι πάρα πολύ καιρό,
μετά μία άλλη του περιγράφει πως αρρώστησε... και μετά μια άλλη του δίνει ένα γράμμα που της είχε δώσει η άρρωστη λίγο πριν πεθάνει.
   - «Με έβαλε να της υποσχεθώ, γιέ μου, ότι θα το φύλαγα για σένα, να σου το δώσω μόνο αν ερχόσουν, ποτέ στη γειτονιά, αλλιώς να το καταστρέψω...»

   Αφού άκουσε τις περιγραφές των γειτόνων, από ευγένεια έτσι έπρεπε να κάνει, κάποια στιγμή χαιρέτησε και έφυγε...
Όταν έμεινε μόνος έχοντας έναν φάκελο στα χέρια του... ένιωσε αναποφάσιστος... Να τον ανοίξει ή όχι; Για κάποια λεπτά ή σκέψη κρατάει το χέρι του μετέωρο... Γρήγορα όμως αποφασίζει, ναι, θέλει να το διαβάσει.

«Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου..’
   Όταν έμαθα ότι θα διοργάνωναν τη σχολική συγκέντρωση, σκέφτηκα ότι αν ερχόσουν θα ήταν μεγάλο δώρο για μένα να σε δω...  κι ένιωσα πολύ χαρούμενη. 
Όμως επειδή είμαι άρρωστη, φοβάμαι ότι μέχρι νάρθεις, μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω, έστω κι απ’ την πόρτα. 
Γράφω, λοιπόν, αυτό το γράμμα, να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. 
   Θέλω παιδί μου να σου πω, ότι στεναχωριόμουν  που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα τη μονόφθαλμη. 
   Όταν ήσουν πολύ μικρός, αγόρι μου, είχες ένα πολύ σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. 
Όμως παιδί μου δεν ήθελα ούτε να το σκεφτώ αυτό.  
   Δεν μπορούσα να δεχθώ ότι θα μεγάλωνες και θα ζούσες με ένα μάτι. Έτσι, σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο χαρούμενη, ευτυχισμένη.... Ήμουν περήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι, αψεγάδιαστος …  Έχεις πάντα όλη την Αγάπη μου!
Η μητέρα σου»
....


  Utopia  

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου