Κυριακή, Δεκεμβρίου 14





....Μαντάρα,  αλλά Ποτέ δεν έκανα Μαρμελάδα ! 

   «Συνηθίζαμε να πίνουμε και να καβγαδίζουμε κάθε βράδυ. Ξεκινούσαμε πίνοντας από τέσσερα μεγάλα μαρτίνι ο καθένας, συνεχίζαμε με κρασί κατά την διάρκεια του δείπνου και μετά βγαίναμε έξω σε κάποιο κλαμπ όπου πίναμε ουίσκι. 
   Ήταν στο τέλος μιας τέτοιας βραδιάς που κατέληξα να του πω ότι δεν θέλω να κοιμηθώ μαζί του. Και μετά έπεσα για ύπνο. Ξύπνησα όταν άκουσα τον πυροβολισμό από την άλλη κρεβατοκάμαρα της σουίτας. 
   Σηκώθηκα και πήγα προς τα εκεί. Δεν ήξερα τι θα βρω. Αν και το πιο πιθανόν ήταν να έχει τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Όταν μπήκα τον βρήκα να χαμογελάει σαν παιδί που είχε κάνει σκανταλιά. Είχε πυροβολήσει με το όπλο στο μαξιλάρι...». 

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία 
Ava Gardner: The Secret Conversations 
στον Πίτερ Έβανς,

Μια θυελλώδης ερωτική σχέση 
από αυτές που δεν τελειώνουν ποτέ...

       Ένας από τους πιο δυνατούς έρωτες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Λογικά, ήταν φτιαγμένοι για να ζήσουν τον απόλυτο έρωτα, σαν να μετέφεραν την ζωή τους στον κινηματογράφο.  Μία από τις ωραιότερες γυναίκες που ανέδειξαν ποτέ τα αμερικανικά studios, συνάντησε, ίσως, τον πιο προικισμένο τραγουδιστή και ηθοποιό της γενιάς του
τον Φρανκ Σινάτρα.   
   Συνεσταλμένη, ανασφαλής στον πως θα υποδυθεί κάθε ρόλο. Απίστευτα όμορφη... 


Η κορμοστασιά της, τα πράσινα μάτια, το μεταξένιο δέρμα, το λακκάκι στο πιγούνι,  από την παιδική της ηλικία. 
   Μέσα της, ένας "κριτής" να την μειώνει... Δεν πίστεψε, ίσως ποτέ, στις υποκριτικές της ικανότητες.  Σαστισμένη, θα έλεγε κανείς, από τον αντίκτυπο που είχε η ομορφιά της στους άλλους. Αυτό τον φόβο για την αξία της,  Αυτή την αγωνία, αν θα ανταποκριθεί κάθε φορά στις απαιτήσεις της δουλειάς της, την ξόρκιζε, την έπνιγε στο αλκοόλ. 
   "Βρίσκομαι στο Χόλιγουντ, έλεγε, γιατί αυτό μου δίνει χρήματα, μου επιτρέπει να διατηρώ ένα καλό επίπεδο ζωής."  
   
   Από μια ταπεινή οικογένεια χωρικών με καταγωγή από την Ιρλανδία και τη Σκωτία, η  Άβα Γκάρντνερ,  γεννήθηκε στο Σμίθφιλντ των ΗΠΑ το 1922. 
   Ένα ντροπαλό κορίτσι του Νότου,μεγάλωσε μέσα σε φυτείες καπνού, δουλεύοντας και η ίδια στη συλλογή των φύλλων και εξοικονομώντας τα χρήματα για να πηγαίνει κάθε εβδομάδα στο μοναδικό κινηματογράφο του Σμίθφιλντ. 
   Ο αγαπημένος ηθοποιός της εφηβείας της ο Κλαρκ Γκέιμπλ και η αγαπημένη της ταινία όπου πρωταγωνιστούσε η «Μια γυναίκα πειρασμός». 
   Πολλά χρόνια αργότερα, θα γινόταν η ίδια πρωταγωνίστρια σε μια νέα έκδοση της ταινίας με τίτλο «Μογκάμπο» και θα είχε τον ίδιο τον Γκέιμπλ συμπρωταγωνιστή.


   Ο Λάρι Ταρ, ένας φωτογράφος από τη 
Νέα Υόρκη τη φωτογράφισε και κρέμασε την εικόνα της στη βιτρίνα του καταστήματός του. 

   Ο Λάρι ήταν γαμπρός της, είχε παντρευτεί την μεγαλύτερη αδελφή της, την Μπάπι, 

   Εκεί τράβηξε την προσοχή ενός υπαλλήλου της εταιρείας ΜGM. 

   Το δοκιμαστικό που ακολούθησε φάνταζε απόλυτη καταστροφή. Ο διευθυντής του τμήματος ταλέντων της MGM στη Νέα Υόρκη δεν μπήκε καν στον κόπο να ηχογραφήσει τη φωνή. 

   Ήταν δύσκολο να καταλάβεις τι έλεγε. 
   Η νότια προφορά της ήταν ακουστικά δυσνόητη,  κακόηχη. 
   Ο φακός, όμως, τη λάτρευε. 
   «Δεν μπορεί να τραγουδήσει, δεν μπορεί να παίξει, δεν μπορεί να μιλήσει και είναι εκπληκτική»
   Το συμβόλαιο υπογράφηκε.  Την προσλαμβάνουν, προσθέτοντάς την στον κατάλογο των νέων ταλέντων, τα οποία πιθανόν να μη χρησιμοποιήσουν ποτέ. Η Αβα δεν ονειρευόταν να παίξει στον κινηματογράφο, αλλά δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν καλύτερο από το να παρακολουθεί μαθήματα για να γίνει δακτυλογράφος. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία.

   Το ταλέντο της αναμφισβήτητο. Οι ερμηνείες της, με τα χρόνια  ανέδειξαν μια εξαιρετική ευαισθησία και δραματικότητα. Αυτό δεν εκτιμήθηκε από τη Μέτρο Γκόλντγουιν, το σύστημα των στούντιο που έκανε τις ταινίες της και που απεχθανόταν. 

   Όλες οι ταινίες είναι επιτυχημένες: «Η ξυπόλητη κόμισσα» (1954), «Το μελαμψό ρόδο της Ανατολής» (1956), «Όσο θα υπάρχει κόσμος» (1959), «55 μέρες στο Πεκίνο» (1963), «Η νύχτα της ιγκουάνα» (1964). Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στην 25η θέση της λίστας των λαμπρότερων αστέρων της ιστορίας του σινεμά.

   Ο Γκρέγκορι Πεκ, που υπήρξε στενός της φίλος, έδωσε τον εξής χαρακτηρισμό γι΄ αυτήν: «Πάντα την θαύμαζα ως ηθοποιό και πιστεύω ότι οι δραματικές της ικανότητες δεν έχουν εκτιμηθεί επαρκώς, διότι οι άνθρωποι γοητεύονταν από την ομορφιά της και δεν περίμεναν περισσότερα απ΄ αυτήν (...).  Είναι πολύ δύσκολο να χαλιναγωγηθεί η Αβα, λόγω του ισχυρού της χαρακτήρα, της εντιμότητάς της και της σχεδόν εξωπραγματικής ομορφιάς της».

    Ζούσε τη ζωή της όπως η ίδια ήθελε, κι αυτό καθρέφτιζε την εντιμότητα της.  Ήταν  τελείως ελεύθερη και ανεξάρτητη. Η συνεσταλμένη κοπέλα, που ήταν κατά βάθος, αγωνιζόταν να δώσει τόπο στη γυναίκα που διαμορφωνόταν με βάση την επιτυχία και τα σκληρά χτυπήματα. Στα τελευταία συγκαταλεγόταν και ο έρωτας.



   Ο Τζ. Ράντι Ταραμπορέλι στη βιογραφία «Σινάτρα. Με τον τρόπο του», μας περιγράφει:   
   "Ο Φρανκ την είχε βάλει στο μάτι από το 1944, είχε γοητευτεί από την Αβα Γκάρντνερ, την εποχή που ακόμα τραγουδούσε με τον Τόμι Ντόρσεϊ, όταν είδε μια φωτογραφία της στο εξώφυλλο του Δεκεμβρίου του 1944 του "Ρhotoplay" (στο οποίο εμφανιζόταν με γυμνούς ώμους και ένα περιδέραιο με σμαράγδια, πανάκριβο, από ό,τι έδειχνε).  Αυτή η φωτογραφία κατέκτησε  τον Σινάτρα, τον αιχμαλώτισε το πρόσωπο ή η λεζάντα της φωτογραφίας που έλεγε, "Είναι σεξοβόμβα!".

   -"Σου τρέχουν τα σάλια, Φράνκι", του είπε ένας φίλος. "Σ΄ αρέσει αυτό που βλέπεις, ε;".


   -"Και βέβαια μ΄ αρέσει. Και θέλεις να μάθεις και κάτι άλλο; Αυτό το μωρό εγώ θα το παντρευτώ"».


   Όταν η Άβα και ο Σινάτρα συναντήθηκαν για πρώτη φορά, εκείνη ήταν ακόμα παντρεμένη με τον ηθοποιό Μίκι Ρούνεϊ, ο οποίος ήταν ο πρώτος σύζυγός της.

    Συναντήθηκαν στο κλαμπ «Μοκάμπο», στην οδό Σάνσετ Στριτ. Ο Φρανκ ήταν ήδη είδωλο και διάσημος ζεν πρεμιέ και φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να της ψιθυρίσει στο αυτί ότι λυπόταν που ήταν ήδη παντρεμένη. 
   Και ο ίδιος ο Σινάτρα ήταν παντρεμένος, παρόλο που αυτό ποτέ δεν τον εμπόδιζε να έχει φιλίες με άλλες γυναίκες. Ο γάμος του με τη Νάνσι Μπαρμπάτο συνέχιζε να ισχύει μόνο λόγω της αυστηρότητας του καθολικισμού και της ύπαρξης των τριών παιδιών του. 
   Ο Σινάτρα ζούσε τη ζωή του στα άκρα.   
   Ο Φρανκ γεννήθηκε στο Χομπόκεν του Νιου Τζέρσεϊ το 1915.  Γιος πολύ φτωχών Ιταλών μεταναστών, έγινε γνωστός ως τραγουδιστής και ηθοποιός σε μιούζικαλ. 
   Η γυναίκα του η Νάνσι είχε "κατανόηση", είχε την πανούργα υπομονή των συζύγων που υποστηρίζονται από τη θρησκεία: "...στο κάτω κάτω, ο σύζυγός της πάντα επέστρεφε. Με λίγη υπομονή θα μάζευε τα κομμάτια του όταν θα ήταν γέρος και κουρασμένος." 
   Δεν υπολόγιζε ότι θα συναντούσε στον δρόμο του την Αβα Γκάρντνερ.  Αν και έζησαν κινηματογραφικά η σχέση τους κάηκε σαν σε film noire μέσα στο πάθος, τον εγωισμό, το αλκοόλ και την βία.
   Ο Φρανκ ζούσε εργένης σε ένα διαμέρισμα κοντά σε εκείνο στο οποίο ζούσαν η Αβα και η Μπάπι στο Χόλιγουντ. Αλλά δεν κατέληξαν πουθενά. Και οι δύο ήξεραν ότι έπαιζαν σκληρό παιχνίδι.
   
Την άνοιξη του '49, στο Παλμ Σπρινγκς, συναντήθηκαν σε ένα πάρτι, ο καθένας μ΄ ένα ντράι μαρτίνι στο χέρι. 
   Ήταν η εποχή που εκείνη άρχιζε να γίνεται γνωστή ως σταρ του κινηματογράφου. Ύστερα από πολλούς δεύτερους ρόλους, η εξαιρετική ομορφιά της τής άνοιγε πλέον το δρόμο προς τη φήμη. 
   Οι ταινίες «Οι δολοφόνοι», στο πλευρό του Μπαρτ Λάνκαστερ, «Το ξύπνημα της Αφροδίτης» και «Στο νησί των παρανόμων», με τον Ρόμπερτ Τέιλορ, ήταν εκείνες που την ανέδειξαν σε μια από τις πιο ελπιδοφόρους ηθοποιούς της Μέτρο, το στούντιο που περηφανευόταν, και δικαίως, ότι είχε «περισσότερα αστέρια κι από τον ουρανό». 
   Από την άλλη μεριά, η καριέρα του Σινάτρα είχε πάρει την κάτω βόλτα. Η φωνή του είχε σπάσει, αντιμετώπιζε προβλήματα με τη δισκογραφική εταιρεία του, ενώ στην τελευταία του ταινία, «Μια μέρα στη Νέα Υόρκη», το όνομά του εμφανιζόταν κάτω από το όνομα του Τζιν Κέλι.

«Ω, Θεέ μου, ήταν σκέτη μαγεία!» περιγράφει η Άβα την ημέρα που έκαναν έρωτα. «Γίναμε εραστές για πάντα, αιώνια».  Ήταν ένα σωστό προαίσθημα, καθώς, δέκα χρόνια μετά, όταν από τη ζωή και των δύο είχαν περάσει πολλοί άλλοι έρωτες (για την Άβα, ακόμα και ο ταυρομάχος Λουίς Μιγκέλ Ντομινγκίν, που δεν ήταν και μικρό κατόρθωμα), ο Σινάτρα έφτασε στο σημείο να πάρει το αεροπλάνο για την Αυστραλία, όπου η Άβα συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας «Όσο θα υπάρχει ο κόσμος», για να περάσει μερικά μερόνυχτα με την πρώην σύζυγό του.

   Η εποχή στην Αμερική είναι πολύ αυστηρή με ρατσιστικές εκρήξεις. 
   Τα πιο συντηρητικά στρώματα της χώρας δεν συγχώρεσαν την τεράστια επιτυχία ενός ιταλοαμερικανού λαϊκού τραγουδιστή και φανατικού φιλελεύθερου που τραγουδούσε σε σχολεία στα οποία δεν ίσχυε ο φυλετικός διαχωρισμός.  
   Ο Σινάτρα είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην καριέρα του, ξεκινώντας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις αρχές της δεκαετίας του '40.  
   Άρχισαν να τον κατηγορούν ότι είναι κομμουνιστής, και όχι μόνον αυτό: ότι ήταν δειλός που δεν πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότι ήταν ο στρατός που δεν τον είχε δεχτεί στις τάξεις του. 
   Οι περιπέτειές του με τις γυναίκες δεν τον βοήθησαν να βελτιώσει την εικόνα του. 
   Είχε ένα διαβόητο ειδύλλιο με την Λάνα Τάρνερ, η οποία είχε αμέτρητους εραστές και είχε εγκαταστήσει στο καμαρίνι της ένα διπλό κρεβάτι και καθρέφτες για να εκμεταλλεύεται τον ελεύθερο χρόνο της ανάμεσα στα γυρίσματα.

  Τίποτα από αυτά δεν στάθηκε εμπόδιο στη σχέση τους. Όμως τελικά δημιουργείται ένα αξεπέραστο ιδιαίτερο εμπόδιο μεταξύ τους και όπως δείχνει εξελίσσεται στον πιο σημαντικό εχθρό τους: τη ζήλεια, που επιδεινωνόταν από το αλκοόλ. 
   Εκείνη την εποχή, η κατανάλωση αλκοόλ δεν αντιμετωπιζόταν αρνητικά στο Χόλιγουντ. Και στους δυο τους άρεσε πάντα το ποτό, κάθε είδους και κάθε στιγμή της ημέρας. Ο Φρανκ ζήλευε αναδρομικά όλους τους πρώην της, και η Άβα γινόταν έξαλλη όταν εκείνος κοίταζε κάποια άλλη.
   Η Ρίνι, υπηρέτρια και φίλη του ζευγαριού για πολλά χρόνια διηγείται: 

«Ήταν κρίμα που δεν κατάφεραν να γίνουν ευτυχισμένοι. Δεν είχαν πολλές ειρηνικές στιγμές οι δυο τους, δεν ήταν τέτοιο το ταμπεραμέντο τους. Το παραμικρό αρκούσε για να αρχίσουν τον καβγά».


   Μια ηθοποιός που ειδικευόταν σε ρόλους βαμπ και ένας ιταλοαμερικανός τραγουδιστής που ήταν ακόμα παντρεμένος, έγιναν ο αγαπημένος στόχος του Τύπου, σχεδόν αμέσως μόλις άρχισε η σχέση τους.




   Πραγματικός άθλος από μέρους τους, μας φαίνεται σήμερα,  το ότι δεν τους κατέστρεψε η ίδια σεμνοτυφία που είχε καταστρέψει, μεταξύ άλλων, την καριέρα της Ινγκριντ Μπέργκμαν στο Χόλιγουντ, ή ότι δεν τους έθαψε ο καθωσπρεπισμός ή τα δηλητηριώδη σχόλια των σκανδαλοθηρικών εντύπων.
   Ίσως γιατί είχαν να παλέψουν με τους δικούς τους δαίμονες. 
   «Με τον καιρό, έμαθαν πώς να εκμεταλλεύεται ο ένας τα αδύνατα σημεία του άλλου, χρησιμοποιώντας τα ως όπλο στις μάχες που έδιναν μεταξύ τους.  Οι καβγάδες τους πριν από τον γάμο τους έδειχναν και την πορεία της μελλοντικής τους σχέσης. 
   Ο Φρανκ έκανε τουλάχιστον δύο απόπειρες αυτοκτονίας στην προσπάθειά του και τις δύο φορές, να την κρατήσει, ύστερα από  δύο φοβερές συγκρούσεις. 
Ο γάμος έγινε το 1951, αφού η Νάνσι,  συμφώνησε να δώσει διαζύγιο στον Σινάτρα, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι έχει χάσει πια κάθε μάχη. Ένα διαζύγιο, που ο Φρανκ, παρότι ήταν κατεστραμμένος οικονομικά, το πλήρωσε χρυσό. 
   Πέρασαν τον μήνα του μέλιτος στην Αβάνα της Κούβας του Μπατίστα, εκείνο το καζίνο- οίκο ανοχής που ήταν τότε το νησί για τους πλούσιους Αμερικανούς. Και, φυσικά, δεν έλειψαν τα κοκτέιλ κούμπα-λίμπρε.»  περιγράφει χωρίς να ωραιοποιεί τις εικόνες,  ο Ταραμπορέλι. 

...Η Άβα είναι στην Ισπανία για τα γυρίσματα της «Πανδώρας» και προσπαθεί μάταια να κρύψει, μια σύντομη περιπέτεια με τον Ισπανό ταυρομάχο και ποιητή Μάριο Καμπρέ, όπου ζει φλογερές νύχτες και παθιασμένους έρωτες, μέσα σ΄ ένα σύννεφο από αλκοόλ, ταυρομαχίες και φλαμένκο.
   Σχεδόν αμέσως μετά στην Αφρική για τα γυρίσματα του «Μογκάμπο»,  και κρυφά στο Λονδίνο, για δύο εκτρώσεις... Είναι πεπεισμένη ότι η αστάθεια του επαγγέλματός της και του γάμου της δεν ήταν η καλύτερη εγγύηση για να μεγαλώσει ένα παιδί, όσο και να το ήθελε, και όσο επώδυνη κι αν ήταν η απόφασή της να το ρίξει.
   Η επιστροφή του Σινάτρα στην κορυφή μετά τη συμμετοχή του στην ταινία «Όσο  υπάρχουν άνθρωποι», έναν ρόλο που του χάρισε το Όσκαρ και που τον πήρε χάρη στην Γκάρντνερ η οποία είχε πιέσει την παραγωγό εταιρεία να του κάνει ένα δοκιμαστικό.
Ο Φρανκ, ανερχόμενο αστέρι και πάλι. 
   Μ' αυτά φθάνει η χρονιά του διαζυγίου ο Οκτώβριος του ΄53, που το ζεύγος Σινάτρα χωρίζει.   
«Μας πλήγωσε η αγάπη μας και μας ταλαιπώρησε τόσο που δεν μπορούσαμε να αντέξουμε πια», γράφει η Άβα.
   Αυτό φαίνεται να είναι ένα μάθημα για την Άβα που δεν ξαναπαντρεύεται. 
   Αλλά συνεχίζει να έχει τη μια σχέση μετά την άλλη: με τον Λουίς Μιγκέλ Ντομινγκίν, με τον Ουόλτερ Τσιάρι, με τον Τζορτζ Κ. Σκοτ, είναι οι πιο γνωστές. 
   Ο Φρανκ όμως παντρεύτηκε: με την νεαρότατη Μία Φάροου και, τέλος, με την Μπάρμπαρα Μαρξ.
  
 Η Άβα διηγείται με τη γραφή της στα απομνημονεύματά της (Αβα Γκάρντνερ, «Με τη δική της φωνή».):
«Μπορεί να ήμασταν σε διαφορετικές πόλεις, σε διαφορετικές χώρες, αλλά ποτέ δεν ήμασταν χώρια. Και από καιρού εις καιρόν, ο Φρανκ μου τηλεφωνούσε στη Μαδρίτη, το Λονδίνο, τη Ρώμη, τη Νέα Υόρκη, όπου κι αν ήμουν, και έλεγε: "Αβα, ας προσπαθήσουμε ξανά". Κι εγώ έλεγα, "Εντάξει! " και τα παρατούσα όλα, μερικές φορές ακόμη και ένα ρόλο σε κάποια ταινία. Και ήταν υπέροχα, αλλά δεν διαρκούσε πάνω από μια μέρα. Κι έφευγα πάλι τρέχοντας, τρέχοντας στ΄ αλήθεια. Ποτέ δεν καταφέρναμε να καταλάβουμε τελείως γιατί δεν λειτούργησε και γιατί ποτέ δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει».

   Ο Φρανκ και η Άβα συνέχισαν να αγαπούν ο ένας τον άλλο μετά το διαζύγιό τους το 1957.   Η Άβα είχε ένα μοναδικό χάρισμα, ανάμεσα σε πολλά άλλα που την ανέδειξαν σε μια γυναίκα με πολύ στυλ: παντρεύτηκε με τρεις δύσκολους άνδρες και παρέμεινε φίλη και με τους τρεις μετά τα αντίστοιχα διαζύγια. Στην περίπτωση όμως του Φρανκ, ήταν κάτι περισσότερο από φιλία: η σπίθα ποτέ δεν έσβησε. 
   Δεν λειτούργησε, γιατί και οι δύο ήταν εξίσου γοητευτικοί, παθιασμένοι, ζηλιάρηδες και αλκοολικοί. Και επειδή ο Τύπος ποτέ δεν τους άφησε ήσυχους. Και επειδή οι σταδιοδρομίες τους τούς οδηγούσαν σε εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις.

   Η καριέρα της Άβα συνεχίστηκε με λιγότερη ένταση. Μετά την Ισπανία η Γκάρντνερ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 υπέστη ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που την άφησε σε πολύ άσχημη κατάσταση, αλλά εξακολούθησε να έχει επαφή με τον Σινάτρα, κι εκείνος συνέχιζε να της στέλνει μια ανθοδέσμη κάθε Χριστούγεννα.
Ο Φρανκ έγινε ο μεγάλος Σινάτρα που ξέρουμε, μέχρι τον θάνατό του, οχτώ χρόνια μετά τον θάνατο της Άβα.
_______________                                                                                   


Μαρτυρίες:

*  Τόνι Κονσίλιο,  Με μία φράση ο προσωπικός βοηθός του Φρανκ Σινάτρα, ήξερε ότι έπρεπε να βγάλει το διάσημο αφεντικό του από τη δύσκολη θέση. «Τόνι έχεις ένα πρόβλημα» του έλεγε και ο παιδικός του φίλος που πλέον είχε αναλάβει χρέη προσωπικού βοηθού, έσπευδε να καθαρίσει όλη τη βρώμικη δουλειά. 
   Ο Τόνι Κονσίλιο γνωρίστηκε με τον Φρανκ Σινάτρα όταν ακόμη πήγαιναν στο ίδιο σχολείο στο Χομπόκεν. Αργότερα, τον προσέλαβε ως προσωπικό του βοηθό καθώς γνώριζε τα πάντα για τον διάσημο πλέον καλλιτέχνη και ήξερε πώς να... αναλαμβάνει δράση αντ’ αυτού. 
   Στο βιβλίο του «Sinatra and Me: The Very Good Years» (Ο Σινάτρα κι Εγώ: Τα πολύ καλά χρόνια) ο Κονσίλιο περιγράφει ιστορίες από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει τα 50 χρόνια που έμεινε κοντά στον φίλο και αφεντικό του. 

   «Ο Φρανκ δεν χρειαζόταν ποτέ να ρωτήσει πού ήταν το σμόκιν του ή γιατί τα παπούτσια του δεν ήταν γυαλισμένα. Ήξερε πως όταν ήμουν κοντά το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να θυμηθεί τους στίχους των τραγουδιών του. Εγώ έκανα όλα τα υπόλοιπα και εκείνος το απολάμβανε!». 
   Όπως περιγράφει χαρακτηριστικά, όταν ο Σινάτρα ήθελε να χωρίσει από κάποια γυναίκα, ήταν αυτός που ακολουθούσε ρητά τις εντολές του. Κι όσο άσχημο κι αν του φαινόταν, δεν είχε άλλη επιλογή, όπως λέει ο ίδιος ο Κονσίλιο. «Εχεις πρόβλημα» του ανακοίνωσε για πολλοστή φορά ένα βράδυ που βρίσκονταν στο Ατλάντικ Σίτι. Ο Σινάτρα βρισκόταν με μία πολύ όμορφη ηθοποιό, αλλά όταν η συζήτηση γύρισε στην πολιτική, η νεαρή γυναίκα τον έθιξε χωρίς να το καταλάβει. Εκείνη πήγε στο υπνοδωμάτιό της με την πρόφαση να φορέσει κάτι πιο άνετο και να τον περιμένει, ενώ εκείνος επέστρεψε στη σουίτα του.

   Κάλεσε τον Τόνι και του ζήτησε να παραδώσει στο ραντεβού του το δείπνο τους. Λίγο αργότερα, ο άνδρας εμφανίστηκε στην πόρτα της ηθοποιού κρατώντας μια πιατέλα με χοιρινά παϊδάκια. Εκείνη φορούσε μία ελαφριά ανοιχτόχρωμη ρόμπα κι από κάτω ένα διαφανές λευκό νεγκλιζέ, έτοιμη –όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Κονσίλιο- για μακρά νύχτα. 
   Της ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση και πως ο Φρανκ επέμενε να της παραδώσει τα παϊδάκια. «Όταν πλησίασε να πάρει την πιατέλα, της τα έριξα όλα στο πρόσωπο, τα παϊδάκια, τη σάλτσα, όλα. Απολογήθηκα για την πράξη μου κι επέστρεψα στη σουίτα του Σινάτρα. Εκείνος με ρώτησε ‘έκανες ό,τι σου είπα;’. Έγνεψα ναι» γράφει στο βιβλίο του. 

   «Τόνι έχεις πρόβλημα» θυμάται τον  Σινάτρα να του λέει, ύστερα από έναν τρομερό καυγά με την τότε σύζυγό του Άβα Γκάρντνερ, στη Νέα Υόρκη, όταν εκείνη πέταξε τη βέρα της από το δωμάτιο του ξενοδοχείου στον 14ο όροφο!  
   Ο Φρανκ τον έστειλε να βρει τη χαμένη βέρα.  Όσο εκείνος έκανε... σεξ συμφιλίωσης με την Γκάρντνερ, ο Κονσίλιο έψαχνε σπιθαμή προς σπιθαμή μ’ έναν φακό το πεζοδρόμιο. 
   Ύστερα από πολύωρη αναζήτηση, κατάφερε να βρει τη βέρα δίπλα σ’ έναν πυροσβεστικό κρουνό. Ο Φρανκ του είπε «Τέλεια» και τίποτα άλλο! 
_________________________________________                                      


*   
Πίτερ Έβανς, Τον Ιανουάριο του 1988 ο βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας,  περνούσε το κατώφλι του διαμερίσματός της, στην κομψή περιοχή Νάιτσμπριτζ του Λονδίνου. Τον είχε καλέσει εκεί η ίδια προκειμένου να συγγράψει την αυτοβιογραφία της. 
   Μια αυτοβιογραφία που έμελλε να μείνει στο συρτάρι για τα επόμενα 25 χρόνια, ώσπου έφθασε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων στις αρχές Ιουλίου υπό τον τίτλο «Ava Gardner: The Secret Conversations» (εκδ. Simon & Schuster). 
    Έπειτα από αρκετούς μήνες συνεργασίας με τον συγγραφέα Πίτερ Έβανς, η Αβα  Γκάρντνερ  αποφάσισε ξαφνικά να μην προχωρήσει στην έκδοση του βιβλίου. Ο λόγος ήταν και πάλι ο Φρανκ Σινάτρα. 
   Η διάσημη ηθοποιός έμαθε κάτι που ο συγγραφέας Πίτερ Έβανς τής είχε μάλλον αποκρύψει. Πριν από κάποια χρόνια ο Σινάτρα τον είχε μηνύσει για ένα μειωτικό σχόλιο που έκανε στο ΒΒC σε βάρος του. Ουσιαστικά είχε αναπαραγάγει τη φήμη που ανέφερε ότι ο διάσημος τραγουδιστής κέρδισε τον ρόλο του στην ταινία «Οσο υπάρχουν άνθρωποι» χάρη στις διασυνδέσεις του με τη μαφία.

   Ο Έβανς εικάζει ότι ο Σινάτρα - ο οποίος έτσι κι αλλιώς είχε κάνει μια συμφωνία με την Γκάρντνερ να μη μιλήσουν ποτέ για τις αναμνήσεις τους - της έδωσε το ποσό που θα της εξασφάλιζε η έκδοση του βιβλίου και εκείνη προχώρησε στη συγγραφή μιας «light» αυτοβιογραφίας, η οποία εκδόθηκε εννέα μήνες μετά τον θάνατό της, το 1990.


   Εκείνη η απαγορευμένη αυτοβιογραφία έμεινε στα συρτάρια. Τελικά ο Εβανς, πολλά χρόνια αργότερα, εξασφάλισε την άδεια του πρώην μάνατζερ και νυν διαχειριστή της περιουσίας της να εκδώσει τις συζητήσεις τους. Ούτε εκείνος είδε το βιβλίο να τυπώνεται. Πέθανε πριν από έναν χρόνο από καρδιακή προσβολή, ενώ ολοκλήρωνε τη συγγραφή του.
   Η ωραιότερη ίσως γυναίκα του παλιού Χόλιγουντ έζησε ακραία, σαν να έπαιζε στην πραγματική ζωή της τον ρόλο της αιώνιας βαμπ που ενσάρκωνε στο πανί. Ανάβοντας τσιγάρο, με εκείνη τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή, συνόψισε τη ζωή της σε μια πρόταση: «Έκανε ταινίες, έκανε σεξ, έκανε τη ζωή της μαντάρα. Αλλά ποτέ δεν έκανε μαρμελάδα». 

   Η Άβα Γκάρντνερ πέθανε στο Λονδίνο το 1990.
   Στην κηδεία της, στις 29 Ιανουαρίου, όλοι αναρωτιόνταν αν θα εμφανιζόταν ο Φρανκ Σινάτρα. Κάποια στιγμή, μια μαύρη λιμουζίνα πλησίασε σιωπηλά, σταματώντας σε απόσταση ασφαλείας. Ποιος ήταν ο μυστηριώδης επιβάτης κρυμμένος πίσω από τα φιμέ παράθυρα;   
   Σίγουρα ο Σινάτρα, σκέφτηκε ο κόσμος. Δεν ήταν εκείνος, αλλά ένας κομμωτής, φίλος της Αβα. Ο Φρανκ δεν εμφανίστηκε για να μη γίνει τσίρκο η κηδεία. Είχε φροντίσει όμως για τον ανθοστολισμό της τελετής.

   Ο Φρανκ Σινάτρα, πέθανε το 1998 στο Λος Αντζελες.
   Μικρή αναφορά σε κάποιες από τις αξέχαστες μελωδίες του τα «Strangers in the night», «Μy way», «Νew Υork, Νew Υork», «Something stupid», «Fly me to the moon», «Ι΄ve got you under my skin».  Μέλος του Rat Pack μαζί με τους Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, Πίτερ Λόφορντ και Τζόι Μπίσοπ.
_____________________  

Συμβουλευθήκαμε τα sites:  http://www.opinion24.gr/  

http://www.iefimerida.gr   
http://nypost.com/  http://www.tovima.gr
__________________

Utopia

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου