Παρασκευή, Νοεμβρίου 21





Χλόη Κουτσουμπέλη


       ένας τόπος χωρίς γεωγραφία

   'οταν γράφω ή ζωγραφίζω ή παίζω αυλό ή λύρα ή με κοφτερή πέτρα χαράζω ζώα στις σπηλιές, δεν είμαι εγώ, ταξιδεύω πίσω στον Πρώτο Κήπο, τρέχω στα τέσσερα ξανά, πίνω νερό με τις χούφτες, είμαι αγνή και αθώα, ονειρεύομαι όπως ζω, οι εφιάλτες μου είναι κρύοι, με απειλούν ζώα, δεν έχω φωτιά και στέγη, όμως σ’ αγαπώ. 

   Όταν γράφω στέκομαι μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Όταν γράφω ονειρεύομαι. Όταν γράφω δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εδώ, δεν είμαι μόνη, είμαι εμείς, εσείς, αυτοί, δεν υπάρχει χρόνος και τόπος και πραγματικότητα, υπάρχει μόνο η χώρα με τους επτά καθρέφτες και οι κυνηγοί των ονείρων που ξεπηδούν από τους εφιάλτες και είναι ο θάνατος.

   Σ’ αυτή τη διάσταση της δημιουργίας ο καλλιτέχνης δεν είναι ποτέ μόνος κι όμως ζει την απόλυτη μοναξιά. Δεν υπάρχει τίποτε πιο προσωπικό από τα όνειρα ή τους εφιάλτες μας, τίποτε πιο προσωπικό από την τέχνη. Και τίποτε πιο καθολικό, τίποτε που να συνδέει τα ανθρώπινα όντα περισσότερο από την τέχνη. Γιατί η τέχνη αναπαριστά τα όνειρα και τους εφιάλτες που μας κατοικούν, τους αρχέγονους φόβους, τις πρωταρχικές μας ανάγκες, τη βαθιά μοναξιά μας, την ανάγκη μας να αγγίξουμε τον Άλλον, αυτόν που μας γνέφει μέσα από τους καθρέφτες, στην άλλη όχθη της Λίμνης.

   Όταν γράφω ονειρεύομαι και όταν ονειρεύομαι γράφω. Υπάρχει ένας τόπος και ένα χρόνος κοινός, ένας τόπος χωρίς γεωγραφία κι ένας άχρονος χρόνος, μια κοινή περιοχή του ασυνείδητου ατομικού και συλλογικού, μια θάλασσα από λάβα και σύννεφα και χαμένα πουλιά και έντονα χρώματα και πληγές και τεράστιες ματωμένες πεταλούδες και μικρές πολικές αρκούδες στο μέγεθος του δάχτυλου και εσύ μια σκιά της ψυχής μου, η ίδια μου η ψυχή.

   Όταν γράφω ή ζωγραφίζω ή παίζω αυλό ή λύρα ή με κοφτερή πέτρα χαράζω ζώα στις σπηλιές, δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εκεί, είμαι μέσα στο όνειρο, στον εφιάλτη μου, μέσα στην Τέχνη.

Χλόη Κουτσουμπέλη
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέο Επίπεδο,

τεύχος 33/5, Μάιος 2009



       xωρίς

   «θα ζήσεις χωρίς»
είπε η μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις».

«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω

μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
το σώμα του να κολυμπώ».

«Δεν κατάλαβες λοιπόν»

είπε η μάγισσα
και το πρόσωπό της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά που ποτέ σου δεν θα αγγίξεις»

από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, 



       oι στοιχειωμένοι έρωτες

   για να ξορκίσεις στοιχειωμένο έρωτα
δεν αρκεί να ξαραχνιάσεις το δωμάτιο
να δεθείς γυμνός με ωτοασπίδες
σε κατάρτι σπιτιού που επιπλέει
να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη
με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια
για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.

Οι στοιχειωμένοι έρωτες
κοιμούνται σε σεντούκια
με το ένα μάτι μισόκλειστο
σε αργή αναμονή.
Δεν βιάζονται ποτέ.

Ξέρουν πως το παιχνίδι τους ανήκει.
Πως σε κάθε αναμέτρηση
είναι αυτοί οι βέβαιοι νικητές.

Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν
και μπήγουν τα λευκά τους δόντια
στην καινούργια σου ζωή.




       χρήσιμες οδηγίες για το πένθος

   να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή.
Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή.
Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι
πηχτές κηλίδες στα σεντόνια
δαγκωματιές στο στήθος, στον λαιμό.
Θα το ακούτε να αλυχτάει.
Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ.

Σας γνωρίζει.
Πολύ πιο βαθιά από ό,τι ποτέ θα καταλάβετε.
Το γνωρίζετε.

Είναι ο ομφάλιος λώρος που σας δένει με την μνήμη.
Κοιμόταν κάτω από την κουνουπιέρα.
Έκοβε κομμάτια τις σάρκες της κούκλας
όταν μαλώναν οι γονείς
ξέσκιζε τα μαξιλάρια
όταν αποχωρούσαν οι αγαπημένοι.

Με μία και μόνο κίνηση σας τρώει την καρδιά.
Ποτέ μην παλέψετε μαζί του,
ούτε να κοιμηθείτε με ευγενικούς αγνώστους
σε φτηνά ξενοδοχεία
μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχετε το λυσσασμένο γάβγισμα.
Χαϊδεύετέ το τρυφερά, να το εκθέτετε δημόσια.
Μία βόλτα στο πάρκο με την ανοιχτή ρωγμή,
τον οριζόντιο κρατήρα που κοχλάζει, βοηθάει

Και κυρίως, μην γράφετε ποιήματα.
Το εξαγριώνουν.
Ύστερα κυλιέται σε μαύρα τριαντάφυλλα.
Γενικά να είστε ψύχραιμοι και ευγνώμονες.
Μην ξεχνάτε.
Το πένθος υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό.




       λίλιθ

   τρεις αγγέλους της έστειλε ο Θεός
Τον Σανβί, τον Σανσαβί
και τον τρίτο το αλαφροϊσκιωτο
τον Σαμεγκελάφ
που τα φτερά του θρόιζαν στον ήλιο.

Πήγαν με βαριά καρδιά στην θεϊκή γυναίκα.
Ο Θεός και ο Αδάμ την συγχωρούν
της μήνυσαν και την ζητούνε πίσω.
«Τι θέλετε άβουλα έντομα του Παραδείσου»
έφτυσε τότε αυτή
«και με ενοχλείτε;
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου.
Λιλλάκε, Μπελίλι, Μπααλάτ.

Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους
ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ.

Με συγχωρείτε είπατε; Γιατί;
Που γεννήθηκα ισότιμη;
Που έκανα έρωτα με πάθος;
Που πρόφερα την ιερή λέξη
που ο Αδάμ δεν άντεχε να ακούσει;

Που ανέτρεψα την γαλήνια πλήξη
του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια
και την μυρωδιά της ήδη σήψης;

Ή που δεν χώρεσα στο καλούπι του πηλού
εκείνο με το λειψό πλευρό
που είχε ετοιμάσει ο αφέντης σας για μένα;»
Έπεσε σιωπή που κράτησε αιώνες.
Ύστερα μίλησε ο πιο σοφός ο Σανσαβί.
«Μα γράφεις ποιήματα Αρχόντισσα,
υπάρχει κάτι πιο δαιμονικό από αυτό;»




       εκλεκτικές συγγένειες

   'ολοι εμείς οι συγγενείς
είχαμε φέρει ντόρτια
στο παιχνίδι με τα πούλια
παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές
στο καφενείο χωρίς όνομα
στην οδό Αρίστου Τέλους.

Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει
κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι
ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής
σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.

Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα
στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες
εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί
χωρίς γένος χωρίς φύλο
που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα
που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή
σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα
κύκνων που ραμφίζουν
για λίγο στην σιωπή
για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο.



       το αγώνισμα της μονομαχίας

   στο αγώνισμα της μονομαχίας
δεν έχει σημασία η παιδική σου ηλικία,
αν ο μπαμπάς τραγούδαγε στο μπάνιο,
αν η μαμά άνοιγε τρύπες στον τοίχο με τρυπάνι,
αν σε κλειδώναν στο υπόγειο μιας ψυχρής ματιάς.

Το θέμα είναι η προσεκτική επιλογή.
Αυτή είναι ο καθρέφτης που ραγίζει.
Γιατί δεν τυχαίνει,
εμείς είμαστε αυτοί,
που ρίχνουμε το γάντι στο πρόσωπο του άλλου,
εμείς που σφραγίζουμε
με βουλοκέρι τον πάπυρο
που καταφθάνει με μαύρη άμαξα τη νύχτα.
Έρωτας, γράφει επάνω,
την τάδε ώρα κάτω από τα κυπαρίσσια.

Στο αγώνισμα της μονομαχίας
αυτό που έχει σημασία
είναι ο αντίπαλος με το κοντάρι.
Γιατί συστηματικά κάτω από την πανοπλία
τον ίδιο ιππότη διαλέγουμε συνέχεια
ηθελημένα γυμνωνόμαστε μαζί του στο σκοτάδι
εσκεμμένα του γεμίζουμε με βέλη τη φαρέτρα.

Στο αγώνισμα της μονομαχίας
το παν είναι η δική μας εξολόθρευση.
Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει
απ' την αρχή με τόσο πάθος
.
_____________________________________
από τη συλλογή Κλινικά απών



       η τέλεια μέρα

   δεν ήταν η παραλία
Θεσσαλονίκη ξημερώματα
τόσο τέλεια ξεπλυμένη
στις αποχρώσεις της βροχής
ούτε η θάλασσα
βραχνή, ορμητική
άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες
δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια
με την παχύρρευστη μοναξιά
τους άδειου τους κενού
ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα
ότι έστω για μία φορά
φορά πρώτη, φορά θάνατος
ήρθες μέσα μου
πίσω από την ψυχή
κάτω από τα στόματα του κορμιού
ήρθες κι έμεινες




       η κιβωτός


   «θέλω» της είπε «να φτιάξω μια κιβωτό
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου
Τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας»


Αυτή χαμογελούσε τρυφερά
όπως νανουρίζουμε τον πόνο

«Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά
«με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό
Το ολόγυμνό της σώμα





       οι ευγενικοί ξένοι της οδού Καραολή


(Ανθρωπογραφίες Ι, by Mariela)
   περπατούν αθόρυβα
δεν ενοχλούν κανέναν
Πού και πού αφήνουν μία τούφα από μαλλιά
υγρά χνάρια στον διάδρομο
πιάτα με αποφάγια στην κουζίνα
αποτυπώματα στο πόμολο μίας πόρτας
ένα λευκό μαντίλι στην τσέπη ενός παλτού
μία μελωδία από ένα μουσικό κουτί
που δεν άκουσα ποτέ

Ω, πόσο αγαπώ τους ξένους της οδού Καραολή
Χρόνια τώρα ζω μαζί τους
Κάθονται απέναντι μου όταν γράφω
Είναι σαν να με κοιτούν μέσα από γυαλί
Σαν να απλώνουν το χέρι να μ' αγγίξουν
Σαν κάποιοι απ' αυτούς
λίγο να με αγάπησαν
μα ξέχασαν το πότε και το πώς

Πόσο διακριτικοί είναι οι ξένοι της οδού Καραολή
Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ' την ψάθα
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει





       η πρώτη πανσέληνος στον κόσμο

   φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα

Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στη μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια

Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο





       θησέας

   'οχι, δεν ξέχασα μαύρα τα πανιά
Είναι που το άσπρο τελικά
δεν είναι το δικό μου χρώμα
Ακόμα κι όταν ερωτεύομαι πενθώ
ακόμα κι όταν νικητής γυρνώ
μέσα μου ξέρω τη βαθιά μου ήττα





       ιερή πέτρα

   «κι αν τώρα πέθαινα» είπε αυτός
«δεν θα 'νιωθα ποτέ πιο ζωντανός»

Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό
αρχές χειμώνα καλοκαίρι
ήλιος με ξανθές βεντάλιες βλεφαρίδες
τους δρόσιζε στον ουρανό
μια γριούλα τους φίλεψε ρακή
η δική της είχε μέσα ροδόνερο και μέλι
«για να γλυκαθείς
» της είπε
και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια

Γιατί το τέλος είναι πάντοτε κρυμμένο
στη ίδια του την τελειότητα





       περί μνήμης

   η μνήμη του χρυσόψαρου
διαρκεί ένα λεπτό
του ελέφαντα για χρόνια
του πιράνχας είναι
το λαίμαργο παρόν
του μεταξοσκώληκα
η κάμπια
Αργόσυρτα μαμούθ οι αιώνες
Χωρίς εσένα

_______________
από τη συλλογή Στον αρχαίο κόσμο




       ...το ματωμένο συμβόλαιο της γραφής

   από τα λευκά άνθη της πορτοκαλιάς
μόνο ένα στα δέκα καταλήγει πορτοκάλι.
Ποίηση είναι αυτοί οι εννέα μικροί θάνατοι

Κάποιος να δέσει αυτήν την άγρια νύχτα
γύρω από τον ασημένο πάσσαλο του φεγγαριού
Γαβγίζει δαιμονισμένα και ζητάει να καταβροχθίσει
μία λίμπρα σάρκα απ' την καρδιά μου
Σάυλωκ, τι άλλο πια θέλεις από εμένα;
Ως πότε θα ισχύει το ματωμένο συμβόλαιο της γραφής;


από τη συλλογή Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, 





       το εισιτήριο

   'εβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να ‘ρθω να σε βρω.
Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σε ένα τρένο
αστραφτερό, γυαλιστερό
με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες
ράγες που εφάπτονται στο έδαφος
και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.
Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης
πως καίει κάρβουνα και ελπίδες
με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει
και μηχανή ορχιδέα
που αιώνια πεινάει
πόσο ρυθμικά βογκά
καθώς φίδι θεριεμένο
ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.
Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης
με τον ελεγκτή κάθε λίγο
να ακυρώνει
και έναν εισπράκτορα
κέρινο ομοίωμα
να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να ‘ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι
και ποιον αλήθεια ψάχνουμε
στον έρημο σταθμό.




       το άθικτο κρεβάτι

   'εστρωσα το κρεβάτι χθες το βράδυ.
Σεντόνια αραχνοϋφαντα,
μαξιλαροθήκες δαντελένιες
χνουδωτά μαξιλάρια από στάχτη.
Σήμερα το πρωί δίπλωσα τα σεντόνια
ανέπαφα, ατσαλάκωτα
και τακτικά τα στοίβαξα και πάλι.
Μόνο στο πάτωμα είδα να διαγράφονται στη σκόνη
τα ίχνη των ποδιών σου.

Γιατί κάποτε η απουσία βαθουλώνει τις σκιές
και ό,τι λείπει είναι αυτό που μένει.





       το σπίτι μου

   τα πορτρέτα των προγόνων
ροχαλίζουν άοκνα στους τοίχους
αράχνες γνέθουν παγωμένους σταλακτίτες
μια μητέρα ντυμένη στα λευκά
νανουρίζει στην κούνια ένα ανύπαρκτο μωρό
ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά
μαχαιρώνει βίαια τον αέρα
ένα άντρας με λασπωμένες μπότες
ξεκοιλιάζει πουπουλένια μαξιλάρια
άσπρα σκυλιά με μαύρες βούλες
παίζουν τρίλιζα στο πάτωμα
κάποιος κάπου παίζει ένα βιολί
στη σοφίτα γεννιέται ένα αυγό
γαλάζιοι δρυοκολάπτες πετούνε στην κουζίνα.
Κι εσύ,
ξαπλωμένος στην κρυστάλλινη μπανιέρα
φορώντας όλα σου τα ρούχα,
πίνεις σαμπάνια μέσα στην καρδιά μου,
όχι επισκέπτης ούτε φίλος
αλλά μοναδικός ένοικος
που αυτονόητα κατέχει τα κλειδιά.






       ο φόβος να σ' αγαπώ

   ποιος είναι αυτός ο Φόβος
που ουρλιάζει με τα δυο του όμικρον
να χάσκουν στο σκοτάδι;
Ποιο είναι το βουβό βήτα
που βηματίζει βαρύγδουπα
σέρνοντας το παραμορφωμένο του ποδάρι;

Ποια φυγή ονειρεύεται το φι
και γιατί το σίγμα
σπαράζει σιωπηλά στο τέλος
αλλά και μπροστά
από το άλλο ρήμα
που τόσο πολύ φοβάμαι να προφέρω;

___________________________
από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός,


από το φιλόξενο blog: 


Utopia

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου