Σάββατο, Ιουνίου 28

   



Μανώλης Μεσσήνης



   Τις υποσχέσεις να προσέχεις
   κι αυτές ακόμα που εσύ δίνεις
   είναι σαν το ιστό της αράχνης
   Τον υφαίνουμε για να παγιδεύσουμε τα όνειρα
   μα εκείνα πάντα ξεφεύγουν
   και μένει στο τέλος ο ιστός...




              Τα φτερά της ψυχής

       Πρόσεξε της ψυχής σου τα φτερά
         Μ' αυτά πεσμένα
         ούτε να κινηθείς
         Πρέπει τρόπο να βρεις
         να τ' απλώσεις
         Κι όσο πιο πλατιά
         τόσο πιο ψηλά θα σηκωθείς
         τον ουρανό να σημαδέψεις




   Δέηση


Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό 
και λαμπερό ήλιο
κι όμως, είδα
μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ’τα κλειστά παράθυρα,
μάτια να λαχταρούν ζωή,
μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου·

κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος
και το κορμί μου διάφανο σύνορο,
αδύνατο ν’αντέξει τ’ανθρώπινα που σείονται
Ποια μέτωπα να ξεπλύνω
και ποια στήθη να γυμνώσω;
Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω
και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;
Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω
στη συνείδηση της γης μου;

Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου
πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,
μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση

Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα’ναι αρχή,
σαν φτεροκόπημα πουλιού,
σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου

Μια έκρηξη
που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού
που να μπορεί ν’ανάβει τους κόρφους της γης και τ’ανοικτά της σκέλη
που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι

Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο
να με ξαναγεννήσει


          Προσμένοντας το αύριο

              λησμόνησα το χτες
              κι ανάλαφρα πατώ στο σήμερα



   Επαλήθευση Ταυτότητας

Ηθελα να ξέρω
τι νόημα κρύβει
να είσαι σάρκα
περίτεχνο γλυπτό
ή με σοφία λόγος
εικόνα ζωγραφική
ή μελωδία ανάκουστη
Έμαθα σαν την ηχώ 
να απαντώ
είμαι, 
είμαι...
Κι ίσως να είμαι 
μόνο ηχώ,
αστεία και υπάκουη
στον νόμο της ή
μια ελεγεία ιδιοτέλειας
σε μια συναγωγή αλαζονείας



              Απάντηση στην ερώτηση

          Τι μαγεία η αλήθεια !
             Να ρωτάς,  είμαι ;
             Πώς, από που ;
             για ποια πορεία ;
             Και η ηχώ,
             θεϊκή ή δαιμονική,
             μέσα μας
             -σφιχτά κρατώντας μας δεμένους-
             θάλασσα θαρρείς αγριεμένη
             που κάνει κύμα το θυμό της και ξεσπά
             στο βράχο κατατρώγοντάς τον
             και πίσω ξεπετιέται




Αναζήτηση

Θέλω να βγω έξω από μένα,
ν' αποδυθώ το σήμερα
το τώρα του εαυτού μου

Ζητώ νανακαλύψω τις πηγές

των ήλιων μου, 
την αρχή των πηγών
του φωτός τους

Διατρέχω τα τοιχώματά μου,

ανακαλύπτω σημάδια
δημιουργών αεικίνητων
και ψάχνω την απαρχή μου
Την καλώ, την φωνάζω,
κραυγάζω την αναζήτησή μου

Ανασαίνω την άχρονη, την ακατάληπτη,

την μοναδική μου ουσία
και σωπαίνω για να ακούσω
τη μεγάλη απάντηση,

ν' αφουγκραστώ τον ερχομό της ψυχής μου




                   Για μια Ιθάκη

         Πως να γυρίσεις πίσω στη Ιθάκη
             σε μια πατρίδα ξένη εικονική ;
             Έχεις φύγει από παιδί μακριά της
             και δεν γνωρίζεις πια κανέναν εκεί

              Συνέχισε τον δρόμο σου και άφησε 

              το πλοίο μακριά να σε οδηγεί
              Δεν ξέρεις ;  Όποια Ιθάκη είναι πλάνη
              που αδίκως η ψυχή σου νοσταλγεί



Επιλογές

Ευχαριστώ...  δεν δέχομαι πια δώρα
θα επιδωθώ στις επιδιορθώσεις
και στις ανακατατάξεις των χρήσιμων αντικειμένων
Ακόμα στη συντήρηση των περιττών
Οι χώροι μου δήλωσαν αδιαχώρητο
Α, εξυπακούεται πως δεν προσφέρω κιόλας
Αφού καταμετρήσω τα αποθέματα επιλογής
λέω να επιδωθώ 
και σ' ένα διάλεγμα των τρόπων




                    Πορεία

         Η γέννηση δεν είναι μια πράξη
             είναι μια πορεία.
             Να ζεις -είναι να γεννιέσαι κάθε λεπτό
             Νιώθει τότε κανείς τον εαυτό του
             δική του ιδιοκτησία - εξουσία
             δική του υπόληψη και διανόηση




"Γυναίκα  xι"

Οι αληθινές γυναίκες
χαράζουν το διάβα τους στις ψυχές
Το πέρασμά τους ξυπνά 
τον ήλιο μες στον πάγο του χειμώνα,
θρυμματίζει του πάθους τη λήθη,
λύνει τα δεσμά των σκλάβων.




"Ω, μυθική θύελλα"


Πάντα ήθελα 
να είχα μια βάρκα 
λευκή
μια αίθουσα γεμάτη 
βιβλία
και μια δεύτερη φωνή,
όπως η μονοσύλλαβη κραυγή
του ζώου,
να τρομάζω τα μαύρα πουλιά.

ν' αποτυπώσω στο χαρτί

την προσωπική 
του κάθε ανθρώπου σταύρωση.

να μάθω το σωστό ήχο,

κουρδίζοντας ένα βιολί.
να μάθω μια γλώσσα
με λέξεις καθαρές,
να λέω ζωή
και καθαρή ν' αντηχεί.

Πάντα ήθελα

Ακόμα και το μυστικό
της θέσης μου μες στην εικόνα,
που κάποτε θα συμπληρώσω τα κενά της




                  Κι ότι δεν είδα

        Γεννήθηκα ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι
           Κι ότι δεν είδα
           τ' άγγιξα
           με της ψυχής τα μάτια




 Σκέψη αλλού...

Οι μυστικές γραφές δεν λύνονται
κρατούν τα ιστία τους σφιχτά δεμένα.
Όμως οι φίλοι μου είναι πουλιά
που τραγουδούν
οι καρδιές τους πολίτες του κόσμου
που ταξιδεύουν 
και τ' όνειρό τους
μαγεύει θάλασσες και ουρανούς



                      Επιτάφιος λόγος

          Στους εκτενείς λόγους
              ενταφιάζεται ο θρήνος του πεινασμένου
              το όνειρο του παιδιού 
              και του επαναστάτη




Άνθρωπέ μου

Φωτογραφίες στην οθόνη του μυαλού μου
και η ζωή σου τρέχει,
χύνεται σαν το νερό στα δάχτυλά σου

Θέλεις να ζήσεις

και οι κινήσεις σου πληθαίνουν

μετράς την εικόνα σου

στα μάτια των άλλων και παλεύεις
να την κρατήσεις ωραία,
με φόβο μην τη χάσεις
Και είναι η λαχτάρα σου
να βγεις από το πλήθος, να ξεχωρίσεις
σαν ένα καπέλο κάτασπρο
μέσα σε καπέλα μαύρα
Παλεύεις, σαν τον ήρωα στο θέατρο,
να μπεις σε κίνηση,
σαν τα γρανάζια μιας μηχανής

Θέλεις να ζήσεις

και τα χέρια σου μακραίνουν
να στηρίξουν ελπίδες
σε σχήματα θολά




“Άκου, Ανθρωπάκο!” 


Εκείνος ο κόμπος στον λαιμό σου, ανθρωπάκο,
όλο μεγαλώνει, γίνεται πόνος σουβλερός,
σιδερένια τανάλια που σε σφίγγει

Πιστεύεις σε σωτήρες, ανθρωπάκο,
και τα μάτια σου πονούν και τσούζουν
Κάτι έχει φταίξει, λες. Δεν ξέρεις;

Ακουμπάς το κεφάλι στον ώμο άλλων, ανθρωπάκο
Φοβάσαι της σκέψης τον μανιασμένο άνεμο
Φοβάσαι ν’ανοίξεις τα παραθυρόφυλλα των ματιών σου

Είσαι κάτι άσχημο και βρωμερό, ανθρωπάκο,
και δεν τ’ομολογείς σε κανέναν,
σαν σιχαμένο μίασμα του κορμιού και της ψυχής

Σου έχουν πάρει τη ζωή, ανθρωπάκο,
σου έχουν σκοτώσει την ελπίδα,
κουρέλιασαν και λέκιασαν τα όνειρά σου

____________________________________________

Μανώλης Μεσσήνης
_______________                     
            
*  από το πρόγραμμα του "Αντιφασιστικού Θεατρικού Στιγμιότυπου"

όσο τα δέντρα τρυπούν τον ουρανό,
όσο τα βουνά δεν χαμηλώνουν,
όσο η θάλασσα ριγεί στο παραμύθι του ανέμου,
όσο ο ήλιος θα φωτίζει τη μάνα γη στην ώρα του
όσο τα αποδημητικά πουλιά θα επιστρέφουν 

στις ίδιες φωλιές,
δεν πιστεύω στον αυριανό μου θάνατο

___________________________________________________                
           
   Γιώργος, Πελαγία, Μανώλης  31/5, 1/6, 2/6 στο Γκάζι
__________________________________________


Μια πολύ όμορφη χαλαρωτική "διαδικτυακή βόλτα" κάναμε κλικάροντας 
στη παρακάτω διεύθυνση:
http://www.manolismessinis.blogspot.gr/

... εδώ πήραμε άλλη γεύση:

.... στην τροχιά της μυσταγωγικής πορείας του ωραίου για ό,τι πιο ανώτερο:

   * Ο Μανώλης Μεσσήνης γεννήθηκε το 1961, στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Με το γράψιμο ασχολήθηκε από πολύ νωρίς. Αρχικά με την ποίηση και στη συνέχεια με την πεζογραφία και το θέατρο. Ποιήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά.
   Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Αναλλοίωτα". "Το Άγγιγμα του Πεπρωμένου" είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.


Utopia

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου