Παρασκευή, Ιουνίου 13



 Une partie de campagn

μετάφραση Λ. Παλλάντιου                                                                              Guy de Maupassant                                                
Είχα νοικιάσει, το περασμένο καλοκαίρι, ένα εξοχικό σπιτάκι στην όχθη του Σηκουάνα, πολλές λεύγες μακριά από το Παρίσι, και πήγαινα να κοιμηθώ εκεί κάθε βράδυ. Ύστερα από μερικές ημέρες, γνωρίστηκα με έναν από τους γείτονες μου, άντρα ανάμεσα στα τριάντα και στα σαράντα. 

Ήταν ο πιο παράξενος τύπος που είχα δει ποτέ. Ένας γέροντας βαρκάρης, αλλά βαρκάρης μανιακός, πάντοτε πλάι στο νερό, πάνω στο νερό, μέσα στο νερό. Είχε γεννηθεί μες σε μια βάρκα και θα πεθάνει δίχως άλλο κατά την τελική πλεύση.

Κάποιο βράδυ που σεργιανίζαμε στην όχθη του Σηκουάνα, του ζήτησα να μου διηγηθεί ανέκδοτα από τη ναυτική του ζωή. Και να που ο άνθρωπος μου ζωντανεύει αμέσως, μεταμορφώνεται, γίνεται εύγλωττος, σχεδόν ποιητής. Έκρυβε στην καρδιά του ένα μεγάλο πάθος, ένα πάθος ακατανίκητο που τον κατάτρωγε το ποτάμι.

"Αχ!" μου λέει. ¨Πόσες αναμνήσεις έχω από τούτο το ποτάμι, που το βλέπετε να κυλά πλάι σας! Εσείς, οι κάτοικοι των δρόμων, δεν γνωρίζετε τι σημαίνει ποτάμι. Ακούστε όμως έναν ψαρά να προφέρει τούτη τη λέξη. 
Γι αυτόν, είναι ό,τι πιο μυστηριώδες, ό,τι πιο βαθύ και άγνωστο, η χώρα των αντικατοπτρισμών και της φαντασμαγορίας, όπου βλέπει κανείς τη νύχτα πράγματα που δεν υπάρχουν, όπου ακούει άγνωστους θορύβους, όπου τρέμει χωρίς να ξέρει γιατί, λες και διασχίζει ένα κοιμητήρι. Κι όμως, στην πραγματικότητα, πρόκειται για το πιο αποτρόπαιο από τα κοιμητήρια, εκείνο όπου δεν υπάρχει κανένας τάφος.

Για τον ψαρά, η στεριά είναι περιορισμένη. Αντίθετα, στο σκοτάδι, όταν δεν υπάρχει φεγγάρι, το ποτάμι είναι απέραντο. Ένας ναυτικός δεν αισθάνεται το ίδιο για τη θάλασσα. Είναι αλήθεια βέβαια ότι αυτή είναι συχνά σκληρή και κακιά. 

Ωστόσο, φωνάζει, ουρλιάζει, είναι έντιμη η ανοιχτή θάλασσα, ενώ το ποτάμι είναι σιωπηλό και άπιστο. Δεν μουγκρίζει, κυλά πάντοτε αθόρυβα, και αυτή η αέναη κίνηση του νερού που κυλά είναι για μένα πιο τρομακτική από τα ψηλά κύματα του Ωκεανού.

Κάποιοι ονειροπόλοι διατείνονται ότι η θάλασσα κρύβει στον κόρφο της απέραντης γαλαζωπές χώρες, όπου οι πνιγμένοι κυλούν ανάμεσα στα μεγάλα ψάρια, καταμεσής παράξενων δασών και μέσα σε κρυστάλλινες σπηλιές. Το ποτάμι έχει μονάχα μαύρα βάθη, όπου σαπίζει κανείς στο βούρκο. Είναι όμορφο, παρ' όλα αυτά, όταν λάμπει με την ανατολή και πλαταγίζει σιγανά ανάμεσα στις σκεπασμένες με καλαμιές όχθες του που μουρμουρίζουν.

Λέει ο ποιητής μιλώντας για τον Ωκεανό:
Ω κύματα, που ξέρετε πένθιμες ιστορίες μύριες!
Κύματα, εσείς, βαθιά, που οι μανάδες σας τρέμουν
γονατισμένες, 
Και μέσα σας τις λέτε με φωνές απελπισμένες
Σαν αναπλέετε τις παλίρροιες
Κι όταν βραδιάζει, έρχεστε σιμά μας.


Ε λοιπόν, πιστεύω ότι οι ιστορίες που ψιθυρίζουν οι λεπτές καλαμιές με τις τόσο σιγανές φωνούλες τους, πρέπει να είναι ακόμα πιο αποτρόπαιες από τα πένθιμα δράματα που διηγούνται τα ουρλιαχτά των κυμάτων,
Εφόσον όμως μου ζητάτε να σας εξιστορήσω μερικές από τις αναμνήσεις μου, θα σας διηγηθώ μια παράξενη περιπέτεια που μου συνέβη εδώ, πριν καμιά δεκαριά χρόνια.

Εμένα, όπως σήμερα, στο σπίτι της μητέρας Λαφόν και ένας από τους καλύτερους φίλους μου, ο Λουί Μπερνέ, που έχει σήμερα απαρνηθεί την κωπηλασία, με τις αντλίες και την ανεμελιά της, προκειμένου να αποτελέσει μέλος του Συμβουλίου του Κράτους, ήταν εγκατεστημένος στο χωρίο Κ... δυο λεύγες πιο κάτω. Δειπνούσαμε καθημερινά μαζί, άλλοτε στο σπίτι του και άλλοτε στο δικό μου.

Κάποιο βράδυ, ενώ γύριζα ολομόναχος και κατάκοπος, σέρνοντας με δυσκολία το βαρύ σκάφος μου, ένα σκάφος δώδεκα ποδών που χρησιμοποιούσα πάντοτε τη νύχτα, σταμάτησα μερικά δευτερόλεπτα για να πάρω ανάσα, κει κάτω, στην άκρη των καλαμιών, διακόσια μέτρα περίπου πριν από τη γέφυρα του σιδηροδρόμου. 

Ο καιρός ήταν θεσπέσιος. Το φεγγάρι αστραποβολούσε, ο ποταμός έλαμπε, φυσούσε ένας αέρας γαλήνιος ήπιος. Εκείνη η ησυχία ήταν για μένα πρόκληση. Σκέφτηκα πως καλά θα ήταν να καπνίσω την πίπα μου σε εκείνο το μέρος. Έβαλα αμέσως τη σκέψη μου σε εφαρμογή. Πήρα την άγκυρά μου και την έριξα στον ποταμό. 

Η βάρκα, που κατέβαινε με το ρεύμα, ξαμόλησε την αλυσίδα μέχρι τέλους. Ύστερα σταμάτησε. Κάθισα στο πίσω μέρος πάνω στην προβιά μου, όσο γινόταν πιο άνετα. Δεν ακουγόταν τίποτα. Μονάχα κάπου κάπου, νόμιζα πως έφτανε στ' αυτιά μου ένα μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο πλατάγισμα του νερού ενάντια στην όχθη, και διέκρινα κάποιες συστάδες καλαμιών ψηλότερες από τις άλλες, που έπαιρναν εκπληκτικά σχήματα και έμοιαζαν μερικές φορές να κινούνται. 

Ο ποταμός ήταν απόλυτα ήσυχος. Παρ' όλα αυτά, ένιωθα συγκινημένος από την ασυνήθιστη σιωπή που με περιστοίχιζε. Όλα τα ζωάκια, βάτραχοι και φρύνοι, οι νυχτερινοί εκείνοι τραγουδιστές των βάλτων, σιωπούσαν. Ξαφνικά, στα δεξιά μου, ακούστηκε ένα κόασμα. Αναρρίγησα.  Ο βάτραχος σώπασε. 

Δεν ακουγόταν πλέον τίποτα και αποφάσισα να τραβήξω μερικές ρουφηξιές από την πίπα μου για να χαλαρώσω. Ωστόσο, αν και φημιζόμουνα για τις καπνιστικές μου επιδόσεις, δεν μπόρεσα. Από τη δεύτερη κιόλας ρουφηξιά, ζαλίστηκα και παραιτήθηκα. Άρχισα να σιγοτραγουδώ. Η φωνή μου έβγαινε με κόπο. Ξάπλωσα τότε στο πίσω μέρος του πλεούμενου και βάλθηκα να κοιτάζω τον ουρανό. 

Για ένα κάποιο διάστημα, έμεινα ήρεμος. Σύντομα όμως, οι ελαφριές κινήσεις της βάρκας μου προκάλεσαν ανησυχία. Μου φάνηκε πως έκανε γιγάντιες παρεκκλίσεις, αγγίζοντας εναλλάξ τις δύο όχθες του ποταμού. Ύστερα, νόμισα πως ένα πλάσμα ή μια αόρατη δύναμη την τραβούσε σιγανά στο βυθό και στη συνέχεια την ανασήκωνε για να την αφήσει να ξαναπέσει. Αισθάνθηκα να κλυδωνίζομαι, όπως καταμεσής μιας θύελλας. Άκουσα θορύβους γύρω μου και όρθωσα το κορμί μου μεμιάς: το νερό έλαμπε, όλα ήταν ήρεμα.
Κατάλαβα πως τα νεύρα μου ήταν ταραγμένα και αποφάσισα να φύγω. Τράβηξα την αλυσίδα μου. Η βάρκα μετακινήθηκε. Κατόπιν όμως, ένιωσα κάτι σαν αντίσταση και τράβηξα πιο δυνατά. Παρ' όλα αυτά η άγκυρα δεν έβγαινε. Είχε γραπώσει κάτι μέσα στο νερό και ήταν αδύνατον να τη σηκώσω. Άρχισα και πάλι να τραβώ. Του κάκου. Τότε, έκανα με τα κουπιά μου το καραβάκι να στριφογυρίσει και το πήγα άναντα για να αλλάξω τη θέση της άγκυρας. Στράφι ο κόπος. Εκείνη έμενε ακίνητη. 

Οργίστηκα και τράβηξα την αλυσίδα με λύσσα. Τίποτα δεν σάλεψε. Κάθισα κάτω αποθαρρημένος και άρχισα να αναλογίζομαι τη θέση μου. Δεν σκέφτηκα να σπάσω την αλυσίδα ούτε να τη χωρίσω από το σκάφος, γιατί ήταν τεράστια και καρφωμένη μπροστά σε ένα κομμάτι ξύλο πιο χοντρό από το μπράτσο μου. 

Επειδή όμως ο καιρός ήταν εκπληκτικός, σκέφτηκα πως δεν θα γυρνούσα δίχως άλλο να συναντήσω κάποιο ψαρά που θα ερχόταν να με συντρέξει. Η δυσάρεστη περιπέτεια μου είχε ηρεμήσει. Κάθισα και τα κατάφερα επιτέλους να καπνίσω. Είχα μαζί μου ένα μπουκάλι ρούμι. Ήπια δυο τρία ποτήρια και έβαλα τα γέλια για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουνα. Η ζέστη ήταν αφόρητη. στην ανάγκη, θα μπορούσα χωρίς ιδιαίτερη δυσαρέσκεια να περάσω τη από το ρεύμα. Παρ' όλα αυτά, έφτασε για να με κάνει να νιώσω και πάλι κυριευμένος νύχτα μου κάτω από τα άστρα.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας χτύπος. Αναπήδησα. Ένας κρύος ιδρώτας με έκανε να παγώσω ολόκληρος. Αυτός ο θόρυβος ερχόταν αναμφίβολα από μιαν άκρη ξύλου παρασυρμένη από το ρεύμα. Παρ' όλα αυτά, έφτασε για να με κάνει να νιώσω και πάλι ξυριευμένος από μια παράξενη νευρική αναστάτωση. Άρπαξα την αλυσίδα μου. Τα μέλη μυ έγιναν δύσκαμπτα καθώς έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια. Η άγκυρα κρατούσε γεράΚάθισα και πάλι εξαντλημένος. 

Στο μεταξύ, το ποτάμι είχε σκεπαστεί σιγά σιγά με μια πυκνή άσπρη ομίχλη, που άγγιζε ξυστά την επιφάνεια του. Σηκώθηκα όρθιος. Δεν έβλεπα πλέον το νερό, ούτε τα πόδια μου, ούτε το σκάφος, αλλά μονάχα τις άκριες από τις καλαμιές και, πιο πέρα, την πεδιάδα, κατάχλομη κάτω από το φεγγαρόφωτο. Μεγάλες μαύρες κηλίδες ανέβαιναν στον ουρανό, σχηματισμένες από καβάκια, που είχαν συγκεντρωθεί κατά τόπους σε συστάδες. 

Ήμουν θαμμένος -θαρρείς- μέχρι τη μέση σε μια επιφάνεια από βαμβάκι άσπιλης λευκότητας, ενώ η φαντασία μου δούλευε. Αναλογιζόμουνα πως κάποιος, που δεν μπορούσα να τον διακρίνω, ανέβαινε στη βάρκα μου και πως το ποτάμι, κρυμμένο από κείνη την πυκνή καταχνιά, θα ήταν σίγουρα γεμάτο από παράξενα όντα που κολυμπούσαν γύρω μου.  

Ένιωθα μια φριχτή δυσφορία. Τα μηνίγγια μου ήταν σφιγμένα, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.  Χάνοντας προς στιγμήν τα λογικά μου, έκανα τη σκέψη να φύγω κολυμπώντας. Ευθύς αμέσως όμως, φρίκιασα από τρόμο. Είδα τον εαυτό μου να περιπλανιέται άσκοπα και να χάνεται σ' αυτή την πυκνή ομίχλη, να χτυπιέται καταμεσής των χόρτων και των καλαμιών που δεν θα μπορούσε να αποφύγει, να ψυχομαχάει από φόβο χωρίς να βλέπει την όχθη. Δεν τα κατάφερνα να βρω τη βάρκα μου και είχα την αίσθηση πως, από στιγμή σε στιγμή, κάποιος θα με τραβούσε από τα πόδια στο βάθος του μαύρου αυτού νερού.

Αλήθεια, επειδή έπρεπε να αναπλεύσω και πάλι το ρεύμα τουλάχιστον για πεντακόσια μέτρα, ώσπου να βρω ένα σημείο χωρίς χορτάρια και βούρλα όπου θα μπορούσα να σταθώ, είχα εννέα πιθανότητες στις δέκα να μην μπορέσω να προσανατολιστώ μέσα σ' αυτή την ομίχλη και να πνιγώ, όσο καλός κολυμβητής κι αν ήμουνα. 

Προσπάθησα να λογικευτώ. Επιθυμούσα συνειδητά να διώξω κάθε φόβο από μέσα μου. Ωστόσο, ένιωθα κυριευμένος και από κάτι άλλο, πέρα από τη βούληση, κι αυτό ήταν που φοβόταν. Αναρωτήθηκα τι θα μπορούσα να φοβάμαι και το γενναίο μου εγώ χλεύασε το δειλό εγώ μου. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί τόσο έντονα όσο εκείνη την ημέρα την αντίθετη ανάμεσα στα δυο πλάσματα που βρίσκονται μέσα μας, που το ένα θέλει και το άλλο αντιστέκεται, που καθένα υπερισχύει έναντι του άλλου εναλλάξ. 

Αυτή η ηλίθια και ανεξήγητη φρίκη πλήθαινε συνεχώς και γινόταν τρόμος. Έμεινα ακίνητος, με ανοιχτά τα μάτια, με τεντωμένα τ' αυτιά, και περίμενα. Άραγε τι πράγμα; Δεν ήξερα, θα πρέπει όμως να ήταν τρομερό. Πιστεύω πως αν τυχόν ένα ψάρι σκεφτόταν να πηδήξει έξω από το νερό, όπως συμβαίνει συχνά, αυτό θα ήταν αρκετό για να με κάνει να πέσω σαν ξύλο, χωρίς τις αισθήσεις μου. 
Κάνοντας μια βίαιη προσπάθεια, βρήκα σχεδόν και πάλι τα λογικά μου, που τα είχα χάσει. Πήρα ξανά το μπουκάλι με το ρούμι και ήπια με μεγάλες γουλιές. Τότε, μου ήρθε μια ιδέα άρχισα να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη, γυρνώντας διαδοχικά προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Όταν το λαρύγγι μου παρέλυσε ολωσδιόλου, αφουγκράστηκα. Ένας σκύλος ούρλιαζε μακριά. 

Ήπια και πάλι και ξάπλωσα φαρδιά πλατιά στο βάθος της βάρκας μου. Έμεινα έτσι, ίσως μια ώρα, ίσως δύο, χωρίς να κοιμάμαι, με τα ανοιχτά μου μάτια να βλέπουν τριγύρω εφιάλτες. Παρ' όλο που το επιθυμούσα διακαώς, δεν τολμούσα να σηκωθώ, αλλά το ανέβαλλα από στιγμή σε στιγμή. Σκεφτόμουνα: "Εμπρός, όρθιος!", φοβόμουνα όμως να κάνω έστω και την παραμικρή κίνηση. Τελικά, ανασηκώθηκα με μύριες προφυλάξεις, λες και η ζωή μου εξαρτιόταν από τον ελάχιστο θόρυβο που θα έκανα. Κοίταξα πέρα από την όχθη.
Θαμπώθηκα από το πιο υπέροχο, το πιο μεγαλειώδες θέαμα που θα μπορούσε να δει κανείς. Επρόκειτο για μια από κείνες τις φαντασμαγορίες της χώρας των νεραϊδών, ένα από κείνα τα οράματα που διηγούνται οι ταξιδιώτες όταν ξαναγυρίζουν από πολύ μακριά, και που τα ακούμε δίχως να το πιστεύουμε. 

Η ομίχλη που πριν δύο ώρες επέπλεε στο νερό είχε σχεδόν υποχωρήσει και είχε συγκεντρωθεί στις όχθες. Αφήνοντας τον ποταμό εντελώς ελεύθερο, σχημάτιζε τώρα σε κάθε όχθη ένα λόφο ύψους έξι ή εφτά μέτρων. Λόφο που έλαμπε κάτω από το φεγγαρόφωτο με την υπέροχη λάμψη του χιονιού, χωρίς να τον διακόπτει τίποτα. Κοντολογίς, δεν έβλεπες παρά μόνο εκείνο το ποτάμι με τα πύρινα κύματα, ανάμεσα στα δυο κάτασπρα βουνά. Και, πάνω από το κεφάλι μου, απλωνόταν, γεμάτο και πλατύ, ένα μεγάλο λαμπρό φεγγάρι, καταμεσής ενός ουρανού γαλαζωπού και γαλακτώδους.

Όλα τα ζωάκια του νερού είχαν ξυπνήσει. Οι βάτραχοι κόαζαν ξέφρενα ενώ, κάπου κάπου, πότε δεξιά και πότε αριστερά, άκουγα εκείνη τη σύντομη, μονότονη και θλιβερή νότα, που εκτοξεύει μέχρι τ' άστρα η μεταλλική φωνή των φρύνων. Και, ω, του θαύματος! δεν φοβόμουνα πια. Βρισκόμουνα σε ένα τοπίο τόσο εξωπραγματικό, όπου ακόμα και οι πιο χτυπητές ιδιοτυπίες δεν θα μπορούσαν να με εκπλήξουν. 

Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό γιατί, βυθίστηκα σε νάρκη. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το φεγγάρι είχε χαθεί και ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα. Το νερό πλατάγιζε πένθιμα, ο αέρας φυσούσε, έκανε κρύο, το σκοτάδι ήταν βαθύ.

Ήπια όσο ρούμι μου απόμενε, κι ύστερα, άκουσα τουρτουρίζοντας το θρόισμα των καλαμιών και τον αποτρόπαιο θόρυβο του ποταμού. Προσπάθησα να δω, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω τη βάρκα, ούτε καν τα χέρια μου, που τα έφερνα κοντά στα μάτια μου.
Στο μεταξύ, ο καιρός άρχιζε να ξανοίγει. Ξαφνικά, είχα την αίσθηση πως μια σκιά γλιστρούσε πλάι μου. Έβγαλα μια κραυγή, μια φωνή αποκρίθηκε. Ήταν ένας ψαράς. Τον φώναξα, πλησίασε και του διηγήθηκα τη δυσάρεστη περιπέτεια μου. Έβαλε τότε τη βάρκα του δίπλα στη δική μου και τραβήξαμε  κι οι δυο μαζί, την αλυσίδα. Η άγκυρα δεν κουνήθηκε. 

Ξημέρωνε. Η μέρα ήταν σκοτεινή, γκρίζα, βροχερή, παγερή, μια από κείνες που μας φέρνουν θλίψη και δυστυχία. Διέκρινα μιαν άλλη βάρκα, τη φωνάξαμε. Ο βαρκάρης ένωσε τις προσπάθειες του με τις δικές μας. 

Τότε, σιγά σιγά, η άγκυρα υποχώρησε. Ανέβαινε αργά, φορτωμένη με ένα σημαντικό βάρος. Τέλος, διακρίναμε μια μαύρη μάζα και αρχίσαμε να την τραβάμε.... 


Το κουφάρι μιας γριάς, με μια χοντρή πέτρα στο λαιμό, ανέβαινε αργά... 

στο πλεούμενό μου. 
_____________________________________________
Guy de Maupassant   μετάφραση Λ. Παλλάντιου

Utopia

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου