Σάββατο, Απριλίου 5






Η δίψα της αθανασίας 


Νίκος Καζαντζάκης

Πλήθος Αμερικάνοι, με γυαλένια μάτια, με χρυσά δόντια, στριφογυρίζουν σαν τα κοράκια γύρα από τα κρανία. οι Αμερικάνες ανεβαίνουν σκληρίζοντας απάνου στις καμήλες, και λάμπουν οι μεταξωτές κάλτσες, πολύ πιο πάνου από τα γόνατα.  Κάνουν βιαστικά τον κλασσικό γύρο στις πυραμίδες, ουρλιάζουν λίγο, φωτογραφίζουνται και γυρίζουν γρήγορα πίσω στο Σικάγο.

Ένας όμιλος Αμερικάνοι στοιχημάτισε μ' ένα φελάχο. Αν ανέβει και κατέβει τη μεγάλη πυραμίδα σε έξι λεφτά, θα του δώσουν μισή λίρα. Ο δυστυχής φελάχος, λιγνός, πεινασμένος, ορμά και σκαρφαλώνει απελπισμένα τους μεγάλους ογκόλιθους πότε, φαίνεται να πηδά, πότε να εξαφανίζεται, φτάνει τέλος στην κορφή, και χύνεται πάλι ευθύς κάτου κατρακυλώντας και κατεβαίνει.

Τον παρακολουθώ με αγωνία. Οι Αμερικάνοι κρατούν το ρολόι στο χέρι και μετρούν. Ο άνθρωπος, ξενητεμένος, έφτασε, σωριάστηκε στα πόδια τους και σήκωσε το λαιμό λαχανιάζοντας. μα οι Αμερικάνοι είχαν κερδίσει -κι έφυγαν χαχαρίζοντας. Ο φελάχος άρχισε να κλαίει... Είπα σ' έναν αράπη που ήταν μαζί του:
- Πες του να πιάσει πέτρες και να τους σπάσει το κεφάλι.
Μα ο αράπης γέλασε:
- Γιατί; Έχουν δίκιο τ' αφεντικά να μην πληρώσουν. Έχασε. 
- Μα γιατί γελούν;
- Οι κερδισμένοι πάντα γελούν -δεν το ξέρεις;

Περπατώ μέσα στην αμμούδα, ο ήλιος τρυπάει το κρανίο, όλη η έρημος ως πέρα αχνίζει, αστράφτει ο αέρας και σαλεύει πάνου από την άμμο. Μεσημέρι. Είναι η πανική ώρα όπου βγαίνει από τη μεγάλη πυραμίδα η πεντάμορφη θυγατέρα του Χέοπα και τριγυρίζει μέσα στη φαντασία ακόμα των φελάχων και φωνάζει τους άντρες. Ο πατέρας της, για να χτίσει τη μεγάλη πυραμίδα, καταξόδεψε όλα τα πλούτη της Αιγύπτου και πια δεν είχε και πουλούσε στους ξένους τη θυγατέρα του. Μα από κάθε άντρα έπαιρνε δώρο και μια πετρα, κι από τις πέτρες αυτές έχτισε κι αυτή μια δική της μικρή πυραμίδα! Μα η πυραμίδα της φαίνεται πάντα πολύ μικρή και ζητάει ακόμα πέτρες...

Η φιληδονία, η σκλαβιά, η βία, που τόσο αρμονικά φυτρώνουν στο υγρό αυτό, θερμό, όλο γονιμότητα, τριγυρισμένο από φρικιαστικήν έρημο, χώμα!

Ο θάνατος είναι από παντού -αν κοιτάξουν πέρα από τα πράσινα φύλλα, θα δουν την έρημο. αν σταματήσουν μια στιγμή να δουλεύουν πειθαρχικά όλοι μαζί, ο ποταμός θα τους πνίξει. αν σηκώσουν κεφάλι στους αφέντες, χάθηκαν.

Ο Αιγύπτιος, έξω από σπάνιες στιγμές της Ιστορίας του, ποτέ δεν έθεσε ως ιδανικό την ελευτερία. στην πολιτική ζωή του υπάκουε τους άρχοντες, στην τέχνη ακολουθούσε πιστά τους καθιερωμένους κανόνες, στη σκέψη την παράδοση των αιώνων. Ένα ήταν, επί χιλιάδες χρόνια, το μέγα πάθος του -να νικήσει το θάνατο. Να συνεχίσει και μετά θάνατο τη ζωή του, την ίδια, την απαράλλαχτη. Να βρει τρόπο να συντηρήσει το πτώμα του, για να το αναγνωρίσει η ψυχή του και να το πάρει πάλι στην κατοχή της.

Τα σπίτια και τα παλάτια είναι από χώμα, γιατί είναι εφήμερα τσαντίρια. μα οι τάφοι είναι από πέτρα σκληρή, γιατί είναι οι αιώνιες κατοικίες. Χιλιάδες εργάτες της αθανασίας αδειάζουν τα σωθικά του νεκρού, τον γιομίζουν χόρτα αρωματικά και κατράμι, του κρεμούν χαϊμαλιά, του απιθώνουν κατάσαρκα το Βιβλίο των Νεκρών -να ξέρει πως ν' απαντήσει, ποια στράτα να πάρει, τι ξόρκι να πει.

Στους υπόγειους κρυψώνες, στις μούμιες πάνου, στους ιερούς σκαραβαίους, οι νεκροί φωνάζουν: 
"Δεν αμάρτησα, δε σκότωσα, δεν έκλεψα! Δεν είπα ψέματα, δεν έγινα αφορμή να κλάψει μάτι ανθρώπου! Είμαι καθαρός! Είμαι καθαρός! Δεν σκότωσα κανένα ιερό ζώο, δεν πάτησα καλλιεργημένο χωράφι! Δε συκοφάντησα, δε θύμωσα, δε μοίχεψα! Δε φέρθηκα άπρεπα μήτε στον πατέρα μου μήτε στο βασιλιά! Δεν έκλεψα στο ζύγι. δεν πήρα το γάλα από το στόμα των παιδιών. δεν παραστράτισα το νερό από τ' αυλάκι! Είμαι αγνός! Είμαι αγνός! Είμαι αγνός!"

Μα η ανήλεη ζωγραφιά είναι μπροστά του. οι σαράντα δυο, θεοί γύρα του δικάζουν. Η θεά Δικαιοσύνη ξεκορμίζει από το νεκρό την καρδιά του και την αφήνει στο παλάγγι της ζυγαριάς. κι ο νεκρός περίτρομος φωνάζει στην καρδιά του:

"Καρδιά της μάνας μου, καρδιά που με συντρόφεψες από τη γέννηση μου, μη μαρτυρήσεις με αυστηρότητα τα έργα μου, λυπήσου με μπροστά στους θεούς του Άδη!"
Αν σωθεί, αρχίζει η αιώνια υπόγεια ζωή. Η ψυχή είναι τριγυρισμένη από τροφές, από έπιπλα, από ζώα...

Η δίψα της αθανασίας κυβερνά την Αίγυπτο, ρυθμίζει τη ζωή της, οικονομική, πολιτική, κοινωνική, υποτάζει τη φιλολογία και την τέχνη, παρηγοριά τους σκλάβους και τους δίνει υπομονή, τη χρησιμοποιούν ως όργανο πλουτισμού και βίας οι ιερείς κι οι βασιλιάδες.


Άκουγα την κραυγή αυτή της αθανασίας, φρίσσοντας. Οι βάναυσες πυραμίδες ξάφνου μου φάνηκαν σαν τσαντίρια πέτρινα, που έχουν κατασκηνώσει μέσα στην έρημο του θανάτου και φρουρούν την ψυχή να μην πεθάνει. Μια τραγική αναλαμπή τις φώτισε, μου αποκαλύφτηκαν σαν υψηλά, δονκιχωτικά φρούρια που μάχουνταν απελπισμένα να κρατήσουν αιώνια πάνου στη γης τη μικρή πνοή του ανθρώπου.

Ένα θαμαστό τραγούδι μας σώθηκε χαραγμένο με ιερογλυφικά για το θάνατο:



Τι είναι αθάνατος;  Λέω κάθε μέρα στο νου μου: Όπως εκείνος που σηκώνεται από μεγάλη αρρώστια έτσι είναι ο θάνατος.  Λέω στο νου μου κάθε μέρα: Όπως όταν μυρίζεσαι μια μυρωδιά, όπως όταν κάθεσαι σε μια χώρα μέθης, τέτοιος είναι ο θάνατος.  Λέω στο νου μου κάθε μέρα: Όπως όταν μια στιγμή ο ουρανός καθαρίζει κι ένας άνθρωπος βγαίνει με το δίχτυ του να πιάσει πουλιά, και ξαφνικά βρίσκεται σε άγνωστη χώρα, τέτοιος είναι ο θάνατος!  Τι είναι ο θάνατος; Είναι μια καρδιά ορθή, σαν έρθει η ώρα της!


Είναι μια καρδιά ορθή, σαν έρθει η ώρα της! Τέτοια μου αποκαλύφθηκε η Σφίγγα, όταν, λίγο πιο πέρα από τις πυραμίδες, την αντίκρυσα σήμερα για πρώτη φορά.

Πελεκημένη σε κίτρινο βράχο, τεράστια, ανασηκώνει το κεφάλι πάνου από την άμμο, κατά την ανατολή, με αγωνία, σα να μάχεται να διακρίνει, πρώτη αυτή, τον ήλιο. Χτες είχε πεθάνει και κατέβηκε στη σκιά, και σήμερα τον προσδοκά ν' αναστηθεί, ν' ανασηκωθεί παντοδύναμος από τη Λιβυκήν έρημο και να ζεστάνει τις καρδιές των φυτών και των ανθρώπων.


Είναι το αρχαιότερο άγαλμα της Αιγύπτου. Τέσσερεις χιλιάδες χρόνια πριν Χριστού υψώνουνταν ακόμα εδώ στην άμμο και περίμενε, κάθε πρωί, την ανατολή με αγωνία.΄Ήταν βαμμένη κόκκινη. Τα χείλη της είναι πλατιά, φιλήδονα, ζωώδη, σα φελάχας. Ένας αέρας πίστης και τρόμου στη φαρδιά, ακρωτηριασμε΄νη της όψη. Τα μάτια της κοιτάζουν με φρίκη, εκστατικά, ολάνοιχτα, στην έρημο.

Όταν ήταν πνιμένη, ως το λαιμό, μέσα στην άμμο, το κεφάλι αυτό θα ήταν φρικιαστικό, σαν προάγγελμα της μελλούμενης μοίρας του ανθρώπου. Δυστυχώς τώρα την καθάρισαν από την άμμο, λευτέρωσαν το λιονταρίσιο της σώμα και τα μακριά  ξαπλωμένα πόδια και το ναό ανάμεσα στα σκέλη της. Φάνηκαν τα μεγάλα ανάγλυφα στα στήθη της να φωνάζουν: "Βοήθεια! Εσύ που είσαι γιος μου, γλιτωσέ με απ' την άμμο!"
'Ετσι, χιλιάδες χρόνια, φωνάζει στον άνθρωπο. κι ο άνθρωπος ολοένα τη λευτερώνει, μα η άμμος ξανάρχεται και την πνίγει. Η έρημος την πολιορκεί και θα τη φάει. Σωτηρία δεν υπάρχει. Το νιώθει, και γι αυτό είναι τα μάτια της τόσο έντρομα, και γι αυτό φωνάζει.
Θυμούμαι τους στίχους που αφιέρωσε στη Σφίγγα ένας σύγχρονος ποιητής της Αιγύπτου:
"Με το πρόβλημα σου έμπλεξες το νου των ανθρώπων. Μίλησε και φώτισέ μας με τις διδαχές της Ιστορίας. Δεν είσαι εσύ που είδες τη δόξα του Αλέξανδρου και τα αίσχη του Καίσαρα;Σήμερα τα μάτια σου δε βλέπουν παρά ένα ταπεινό χωριό."
__________________________________________
Νίκος Καζαντζάκης
απόσπασμα από "Ταξιδεύοντας, Πυραμίδες" 


 Ουτοπία 


0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου