Παρασκευή, Απριλίου 12

7:59 π.μ.


Στον Περσικό* γυρίζω πάλι....           *Περσικός κόλπος
Ίδια ζέστη κι ίδιο χάλι.

Ενώ 'καιγε η λαμαρίνα,
στη μύτη μου βρώμικη σφήνα
του πετρελαίου η οσμή,
και μούκλεινε την αναπνοή.
Στη βάρδια μου τα είχα φτύσει.*           *ναυτ: η επίπονη διαδικασία της φόρτωσης
που απ' τις δώδεκα είχε αρχίσει,
το μεσημέρι... πάνω στη βράση,
όπου το σύμπαν είχε ανάψει.
Τις αισθήσεις του είχε χάσει
και ξαπλωμένος ήταν μπρος μου
ο Tσέκουρας ο βοηθός μου.

Επόμενο κάποιος να πέφτει
στο που και που.... πως να αντέχει
ένας να κάνει τη δουλειά τριών ! ?

Ήταν στο πλοίο "Ελικών"
κι αλήθεια... ήμασταν λίγοι...
Λίγοι, γιατί καθένας ''πνίγει''
δυό τρεις μισθούς... 
                   [και τους τσεπώνει,
άλλως... ενθυλακώνει.

Έτσι του πλοίου η σύνθεση

ήταν σε πλήρη (!)...
                          αντίθεση
με ότι λέει ο νόμος.

Ναι, όντως παρανόμως

λείπανε οι μισοί...
Έτσι η δουλειά ήταν πολλή
λες κι ήσουν σε γαλέρα.

           Θυμάμαι ένα καυγά μιά μέρα

           γι αυτό το θέμα, των απόντων:
           "... δέν θά δουλεύωμεν είς τόν βρόντον"
           είπε στο "Μπος"* ο καπτα Μήτσος.                   *αφεντικό

                 Όλο του εφοπλιστή το μίσος
           αυτός θα εξασφαλίσει
           και σίγουρος πως θα τον απολύσει.
           ''Είσαι γνωστός'' του λέει  ''μ@@κας            
             και το ρεντίκολο της πιάτσας'',
           κι έτσι απ' το Καράκας,
           πάλι κινάμε με ελλιπές
           πλήρωμα για τις εκβολές 
           του Ρίο Ορινόκο...

Τ' ατύχημα  θάχαμε το πρώτο

φορτώνοντας στο άλλο πόρτο.

Όλο το πλήρωμα... όχι αστεία,

στη φόρτωση, στα ξένα πλοία
βγάζουνε στη κουβέρτα
κάπου γύρω στους δέκα
κι εμείς μονάχα δυό νομάτοι,
πού να πρωτοβρούμε άκρη
πού κάποιος να πρωτοκοιτάξει,
τον έλεγχο μπορεί να χάσει...

Αν πλώρα εσύ μετράς, ίσως... 
                  υπερχειλίσει η μέση
και το "λαχείο" θα σου πέσει
όταν  το συντριβάνι*                        *υπερχείλιση του φορτίου 
από του τάνκι* το ταβάνι                      *αμπάρι                               
θα φτάνει ως τον ουρανό,
από πετρέλαιο ζωντανό
μαύρο και βρωμερό.

Όλοι θα βρίζουν κατά κόρον,
''διά τήν ρύπανσιν είς τόν χώρον''..

Πρόστιμα και φυλακίσεις,
σίγουρα θα κερδίσεις,
για ελλιπή την σύνθεση στο πλοίο.

Σαν κάνεις όμως το ταμείο,
την κάθε πρώτη του μηνός,
βλέπεις σαν θησαυρός
να μοιάζει ο μισθός,
με την διπλή την αμοιβή,
καμιά φορά δε και τριπλή.....


         Τον Πάνο τον παλιό μου φίλο,
         που σ' άλλο πλοίο αυτός με ζήλο
         δούλευε.... 
                  κι ήταν κι αυτός χαμάλης,
         στο Λίμπερτυ ''ΣΟΛΑΡΙΣ'', 
         συνάντησα στη ραφιναρία
         που πήγα για μισθοδοσία,
         απαγορεύονταν στα πλοία
         και βλέποντάς με, λέει,        
                                            ''Λεία...
          ρε συ... ο μισθός σου από ληστεία
          μοιάζει... ή από ρεμούλα'',
         καθώς ξεχείλιζαν... 
                    δολάρια πολλά από σακούλα.
       
         Εζήλεψε ο φουκαράς
         που είδε κι έτρεχε ο παράς.

          "...μην τα κοιτάς... του είπα, αυτά,

          είμαι χωμένος στα σκατά
          βαθύτερα από σένα."

         Δεν πίστεψε ούτε ένα

         από αυτά που είπα,
         καί 'φυγε για την 'τρύπα'...
            (του Λίμπερτυ*  η καμπίνα).              *πλοία από το Β' Π. πόλεμο του 40 

           
Τα μάτια του θυμάμαι εκείνα,
         στου πυρετού την απληστία,
         να με κοιτάν με δυσπιστία.

         "Άστα αυτά,  μου λέει,  μαφία..."
          πριν φύγει χολιασμένος.


 Ένιωθα σκοτισμένος
                 και αποκαμωμένος..
σαν βγήκα λίγο 'πα στο ντόκο.*                       *προβλήτα

Από τη κούραση... με κόπο
και μόνα τους τα βήματα
με πήγανε σε κτίσματα,
αποθηκο-παραπήγματα,
και χάζευα εξεταστικά
μια πόρτα, σ' ένα απ' αυτά.


Επάνω στην προβλήτα... σπίτι ?
που βρέθηκε είπα ?  βρε τί τύχη !!

Μια ζωγραφιά το σπίτι αυτό
μου φάνηκε, και στον καιρό
πούμουν μικρός με πήγε πίσω...

Όρκο 'κει πήρα  σαν γυρίσω,
να πάω να τ' αναζητήσω,
στη γειτονιά μου την παλιά...
που στα μαρμάρινα σκαλιά 

καθόμουνα με τη "μαμά"
και για να φάω το φαΐ μου,
ώρες καθότανε μαζί μου.....
         _____________



Σαν κάνεις όμως το ταμείο,
την κάθε πρώτη του μηνός,
βλέπεις πως θησαυρός
σκέτος....
                 μοιάζει ο μισθός,
με την διπλή την αμοιβή,
καμιά φορά δε και τριπλή.....


Τον Πάνο τον παλιό μου φίλο,
που σ' άλλο πλοίο αυτός με ζήλο
δούλευε κι ήταν χαμάλης,
τον βρήκα εν καιρώ κραιπάλης*...       *Εβρaίικο πλοίο με υψηλούς μισθούς
ενώ κρατούσα "υπο μάλης"
την τελευταία μισθοδοσία
σ' ένα σακούλι... !
                              .... όχι αστεία...

Εζήλεψε ο φουκαράς

που είδε κι έτρεχε ο παράς.

     "...μην τα κοιτάς... του είπα, αυτά,

      είμαι χωμένος στα σκατά
      βαθύτερα από σένα."

Δεν πίστεψε κανένα

από αυτά που του είπα,

καί 'φυγε για την 'τρύπα'...

(του Λίμπερτυ  η καμπίνα).

Τα μάτια του θυμάμαι εκείνα,

στου πυρετού την απληστία,
να με κοιτάν με δυσπιστία.

           "Άστα αυτά,  μου λέει,  μαφία..."
 και φεύγει χολιασμένος.
                        _____________



Τον όρκο μου τον κράτησα
όταν Ελλάδα επάτησα.

Ήταν το δυό χιλιάδες έξη

μόλις δυό μήνες πριν να πέσει
από  μπουλντόζες το καημένο,                             
να ξαναγίνει μοντέρνο

Μέσα σ' αιώνα...
                      "ινφέρνο"*,                *κόλαση
τον εικοστό τον πρώτο,
κατεδαφίστηκε με κρότο
και σκέπασε με την ηχώ 
όλο τον κόσμο τον παλιό... 
_________________________________________________________


Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος", βιωματικό έμμετρο έργο 
του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 12/ e-mail: pmataragas@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga







  Ουτοπία 

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.